Όταν οι δύο Νέες Ιωνίες συναντήθηκαν στο Βόλο

Το βιβλίο “Η Νίκη μας και πάλι πρωτάθλημα θα πάρει”, που αναφέρεται στην ιστορία της Νίκης Βόλου που ίδρυσαν Μικρασιάτες πρόσφυγες στη Νέα Ιωνία του Βόλου, παρουσιάστηκε το Σάββατο 10 Οκτώβρη στο Μεταξουργείο (παλιό εργοστάσιο και σήμερα βιομηχανικό μουσείο) στη Νέα Ιωνία Βόλου. Συγγραφέας ο δημοσιογράφος Θανάσης Βογιατζής, ενώ την εκδήλωση οργάνωσε η Σύγχρονη Εποχή που  έκδοσή της είναι το βιβλίο και η Τομεακή Επιτροπή Μαγνησίας του ΚΚΕ. Το παρόν έδωσαν δημοτικοί σύμβουλοι από Βόλο και Λάρισα, καθώς και αρκετοί φίλοι και παράγοντες του αθλητισμού.

Στην εκδήλωση – παρουσίαση μίλησαν οι Νάσος Μπράτσος, δημοσιογράφος και συγγραφέας από τη Νέα Ιωνία Αττικής, Θόδωρας Τσαλούχας, παλαίμαχος ποδοσφαιριστής της Νίκης Βόλου και δημοτικός σύμβουλος Βόλου και ο  Γιάννης Κολτσιδόπουλος, µέλος της ΤΕ Μαγνησίας του ΚΚΕ. Κείμενα διάβασε η Μαρία Καζανίδου και ο συντονισμός έγινε από τον δημοσιογράφο Σωτήρη Κέλλα.

Ο Σ. Κέλλας τόνισε ότι από την εμπορευματοποίηση του αθλητισμού και τους πολλούς ξένους παίκτες, σε λίγα χρόνια δεν θα υπάρχουν σύλλογοι παλαιμάχων, αφού δεν θα υπάρχουν ρίζες των αθλητικών σωματείων στις περιοχές που δρουν.

Ο Θ. Τσαλούχας ανέφερε οτι το ποδόσφαιρο γεννήθηκε για τις ανάγκες των φτωχών λαίκών τάξεων να διασκεδάσουν, ενώ σήμερα συσσωρεύονται επιχειρηματικά και στοιχηματικά συμφέροντα και χρησιμοποιείται για ιδεολογική πίεση στο λαίκό κίνημα. Θύμισε ότι στα πρώτα χρόνια της έλευσης των προσφύγων η Νέα Ιωνία Βόλου ονομάζονταν Ξηρόκαμπος. Τόνισε ότι η Νίκη Βόλου είχε βγάλει απόφαση κατά της εκτέλεσης του Νίκου Μπελογιάννη, ενώ το 1964 γιόρτασε τα 40χρονά της με συναυλία του Μίκη Θεοδωράκη στο γήπεδο “Π. Μαγουλάς”.

Ο γενικός γραμματέας των παλαιμάχων του Ολυμπιακού Βόλου Σωτήρης Γκανάτσιoς ανέφερε ότι το βιβλίο θα μείνει στην ιστορία της πόλης του Βόλου.

Ο Γιάννης Κολιτσιδόπουλος από την ΤΕ Μαγνησίας του ΚΚΕ ανέφερε ότι η ομάδα είχε παράλληλη περπατησιά με το εργατικό και το νεολαιΐστικο κίνημα του Βόλου και ήταν η ομάδα των θυμάτων του ιμπεριαλισμού, δηλαδή των προσφύγων.

Ο συγγραφέας Θανάσης Βογιατζής αναφέρθηκε στην πορεία συγκέντρωσης των ιστορικών στοιχείων και της συγγραφής του βιβλίου.

Τα πλήρη κείμενα των ομιλιών των Θ. Βογιατζή και Γ. Κολιτσιδόπουλου βρίσκονται αναρτημένα στην ιστοσελίδα 902.gr από όπου προέρχονται και οι φωτο του πάνελ και του χώρου της εκδήλωσης.


Ακολουθεί το πλήρες κείμενο της εισήγησης που έκανε ο Νάσος Μπράτσος.

Αρχικά να ευχαριστήσω για την πρόσκληση το συγγραφέα Θανάση Βογιατζή, τις εκδόσεις Σύγχρονη Εποχή και την Τομεακή Επιτροπή Μαγνησίας του ΚΚΕ.

Ερχόμενος εδώ νοιώθω ότι εκτός από την ανάδειξη ενός εξαιρετικού βιβλίου, κάνω και μία επίσκεψη στα ποδοσφαιρικά πρώτα μου ξαδέρφια. Αυτό γιατί το βιβλίο έχει ως επίκεντρο την ιστορία της Νίκης Βόλου που ιδρύθηκε από τους Μικρασιάτες πρόσφυγες στη Νέα Ιωνία Βόλου. Εγώ έρχομαι από τη Νέα Ιωνία Αττικής, πόλη που επίσης ιδρύθηκε από Μικρασιάτες πρόσφυγες και έχει στα αθλητικά της πράγματα αθλητικά σωματεία με τη ρίζα τους σε εκείνη την εποχή.

Όπως ο Όμιλος Φιλάθλων Νέας Ιωνίας με ίδρυση το 1926 που σήμερα έχει σημαντική παρουσία στο χάντμπολ, η Ελευθερούπολη ποδοσφαιρικό σωματείο με ίδρυση το 1929 που αγωνίζεται στο τοπικό πρωτάθλημα της Αθήνας, αλλά και η μεγάλη ομάδα της πόλης ο Α.Ο. Νέας Ιωνίας, προϊόν συγχωνεύσεων και μετονομασιών ανά τις δεκαετίες, που δεν έγιναν όλες κοινή συναινέσει, καθώς υπήρξαν και δικτατορικές παρεμβάσεις. Επίσης και η μεταπολεμική Αλσούπολη.

Πριν ένα χρόνο στο 9ο συμπόσιο που οργάνωσε στη Νέα Ιωνία Αττικής το Κέντρο Μικρασιατικού Πολιτισμού -ΚΕΜΙΠΟ, με γενικό τίτλο “Η επίδραση των Μικρασιατών Προσφύγων στο Νεοελληνικό Πολιτισμό”,υπήρχε ειδική θεματική για τον αθλητισμό και τους πρόσφυγες. Εκεί παρουσιάστηκαν στοιχεία που ανέφεραν ότι μετά τη Μικρασιατική καταστροφή και μέχρι το Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, είχαν καταγραφεί 520 προσφυγικά σωματεία που λειτουργούσαν στη νέα τους πατρίδα, εκ των οποίων τα 335 στην Αττική, τα 94 στη Θεσσαλονίκη και τα 91 στην Περιφέρεια. Είχαν αρκετά αθλήματα – τμήματα, αλλά κυριαρχούσε το ποδόσφαιρο με 421 σωματεία εξ αυτών να το έχουν στις δραστηριότητές τους.

Οι προσπάθειες επανίδρυσης – επαναλειτουργίας – ίδρυσης νέων προσφυγικών σωματείων στο νέο περιβάλλον είχαν να αντιμετωπίσουν τις τραγικές συνθήκες στέγασης και συνθηκών διαβίωσης του προσφυγικού πληθυσμού, της ένταξης στην αγορά εργασίας, της κακής υγειονομικής κατάστασης. Έτσι όλα τα παραπάνω δείχνουν το μέγεθος της σπίθας και της δίψας για αθλητισμό που διαπερνούσε τους προσφυγικού πληθυσμούς.

Ο Θανάσης Βογιατζής περιγράφει τις συνθήκες αυτές στη Νέα Ιωνία Βόλου, τον τόπο που γεννήθηκε η Νίκη Βόλου.

Θα συμπληρώσω για να δείξω πόσο ίδιες ήταν οι συνθήκες αυτές, ότι στη Δραπετσώνα των 40.000 προσφύγων που έμεναν σε παραπήγματα, αντιστοιχούσαν μόλις 14 δημόσια αποχωρητήρια, καθώς τα παραπήγματα δεν διέθεταν αυτή την “πολυτέλεια”. Και εκεί δημιουργήθηκαν προσφυγικά αθλητικά σωματεία.

Επιπλέον πρέπει να συνυπολογίσουμε ότι η Ελλάδα έβγαινε από ένα δεκαετή πόλεμο (Βαλκανικοί, Α’ Παγκόσμιος, η ιμπεριαλιστική εκστρατεία στην Κριμαία το 1919 ενάντια στην τότε Σοβιετική Ένωση και ακολούθως η Μικρασιατική εκστρατεία και καταστροφή.

Αυτό σημαίνει ότι ένα σημαντικό κομμάτι ανδρών είχε χάσει τη ζωή του ή είχε σακατευτεί στους πολέμους και κατά συνέπεια η έλευση των προσφύγων λειτούργησε και σαν αθλητική μετάγγιση σε μία κοινωνία πάμπτωχων και δυστυχισμένων, που μέσα από οργανωμένη προπαγάνδα επιχειρήθηκε να την κάνουν να δει τους πρόσφυγες σαν εχθρούς.

Τα ξέρετε άλλωστε από τους γονείς σας και τους παππούδες σας.

Στα πλαίσια συνεντεύξεων με αρκετά σωματεία που έχουν τέτοιες ρίζες, μου αναφέρθηκε ότι ο αθλητισμός ήταν και απόπειρα ένταξης των προσφύγων στο κοινωνικό σύνολο, παρά τις αντιπαλότητες που προαναφέραμε και εκφράστηκαν έως ένα βαθμό και εντός του γηπέδου, με κόντρες ομάδων που ανήκαν οι μεν στο προσφυγικό τμήμα του πληθυσμού και άλλες στους “γηγενείς”.

Σε αυτό το περιβάλλον και με το παγκόσμιο οικονομικό κραχ του 1929, να δημιουργεί ακόμα πιο ασφυκτικό οικονομικό περιβάλλον οι πρωτοβουλίες διαμόρφωσης αθλητικών χώρων με εθελοντική εργασία των φίλων των σωματείων δεν είναι κάτι το περίεργο, αντίθετα ήταν αναμενόμενη εξέλιξη.

Η Νίκη Βόλου κομμάτι αυτής της παράδοσης, είναι από τα σχετικά λίγα σωματεία που επιβιώνει ανά τις δεκαετίες και μάλιστα αναπτύσσεται, ορίζοντας ως ανάπτυξη τις επιτυχίες της και την πορεία της έως και τη Α΄Εθνική.

Μέσα στο περιβάλλον που η Νίκη Βόλου κάνει τα πρώτα της βήματα ο Θανάσης καταγράφει, όπως άλλωστε κάνει σε όλα τα κεφάλαια του βιβλίου, το σύνολο των κοινωνικών και πολιτικών εξελίξεων.

Δεν κρύβω ότι ενθουσιάστηκα με την αναφορά του σε δραστηριότητες του κινήματος το εργατικού αθλητισμού – με μία κουβέντα γιατί διαφορετικά θα ξεφύγουμε από το κέντρο του βιβλίου, ήταν το “αντίδοτο” στη χρήση του αθλητισμού από καθεστώτα σαν του Χίτλερ και του Μουσολίνι στο Μεσοπόλεμο, για να χρησιμοποιήσουν τον αθλητισμό σαν πεδίο μιλιταριστικής προπαγάνδας και θεωριών φυλετικής υπεροχής. Ο εργατικός αθλητισμός στηρίχθηκε από το κομμουνιστικό ρεύμα της εποχής και από τμήματα της τότε σοσιαλδημοκρατίας, αρχικά με ξεχωριστές οργανώσεις και στη συνέχεια με οργανωτική συνεργασία στα πλαίσια των λαϊκών μετώπων ενάντια στο Χίτλερ.

Το αναλυτικό στην περιγραφή περιστατικό που καταγράφει στο Βόλο ο Θανάσης, με μία πολύ πιο λιτή περιγραφή είχαν εντοπίσει πριν πολλά χρόνια και ήταν η αφορμή να ασχοληθώ με την κοινωνική και πολιτική ιστορία του αθλητισμού. Άρα καταλαβαίνετε ότι όταν το διάβασμα με πλήρη στοιχεία στο βιβλίο ήταν ιδιαίτερη η χαρά μου.

Ειδική αναφορά πρέπει να κάνουμε στην κατοχική περίοδο που με πλούτο στοιχείων αναφέρει ο Θανάσης στο βιβλίο του και το φόρο αίματος που έδωσαν και οι αθλητές στην περιοχή ενάντια στους κατακτητές.

Και κάνω ένα ρητορικό ερώτημα: “και γιατί ειδικά σε όσους είχαν την αθλητική ιδιότητα, λίγο πλήρωσαν και όσοι δεν την είχαν την ιδιότητα αυτή”;

Απαντάω στο ρητορικό ερώτημα: όχι δεν πλήρωσαν λίγο και όσοι είχαν άλλες ιδιότητες,, αλλά στις εποχές μας τα κυρίαρχα ΜΜΕ προωθούν εδώ και δεκαετίες την εικόνα του αθλητή ρομπότ, του απολίτικου, του ανθρώπου χωρίς ευρύτερα ενδιαφέροντα, του χρυσοπληρωμένου. Και είναι μία εικόνα ψευδέστατη, που χρησιμοποιήθηκε από όσους έκαναν για χρόνια πλάτες για να αλωνίζουν και να στρατολογούν στις κερκίδες των γηπέδων κάθε είδους φασιστικές και ναζιστικές συμμορίες.

Γνωστή τα προηγούμενα χρόνια η απευθείας σύνδεση της λεγόμενης “Γαλάζιας στρατιάς” των δήθεν φίλων της εθνικής Ελλάδας με τη Χρυσή Αυγή και επικεφαλής στελέχη της νεοναζιστικής εγκληματικής συμμορίας που υποδύονταν και τους φιλάθλους.

Εκεί λοιπόν πρέπει να απαντήσουμε με τα αδέρφια Μαλαβέτα και αρκετούς ακόμα που αναφέρει ο Θανάσης στο βιβλίο του, με τον Μουράτη της ΕΠΟΝ, τον Αναματερό του Ολυμπιακού της Εθνικής Αντίστασης και των Δεκεμβριανών, το Νίκο Γόδα του ΕΛΑΣ και του Ολυμπιακού (σε λίγες μέρες στο Κερατσίνι είναι η επέτειος της Μάχης της Ηλεκτρικής, όπου Γόδας και Μουράτης πήραν μέρος και έσωσαν το εργοστάσιο από την ανατίναξη των Γερμανών), τον καπετάν Νικήτα – Νίκο Πολυκράτη τον επιθετικό παίκτη – Μικρασιάτη πρόσφυγα του Ολυμπιακού Πατρών, τον καπετάνιο του ΕΛΑΣ και του ΔΣΕ, την Ένωση Ελλήνων Αθλητών και το Γρηγόρη Λαμπράκη, την αθλητική δράση των ομάδων της ΕΠΟΝ, αλλά και των χιλιάδων απλών καθημερινών ανθρώπων που μπορεί να μην έχουν ιδιαίτερες πολιτικές αναφορές, αλλά θέλουν τον αθλητισμό για να τους κάνει τη ζωή καλύτερη και όχι σαν προθάλαμο ένταξης σε σκοταδιστικές δράσεις και το γήπεδο θερμοκήπιο που καλλιεργούνται ιδέες του μίσους, του ρατσισμού και της πολεμοκαπηλείας, της ντόπας και των “φουσκωτών”.

Με μία κουβέντα, δεν θα αφήσουμε τα γήπεδα στους φασίστες.

Κλείνοντας την παρένθεση αυτή, αν αναλογιστούμε ότι το ιστορικό περιβάλλον δεν ήταν φιλικό, οικονομική ένδεια, εσωτερικές και εξωτερικές μεταναστεύσεις, δικτατορία Μεταξά και παρεμβάσεις στον αθλητισμό, κατοχή, μετεμφυλιακή περίοδος, δικτατορία και εκεί με σημαντικές παρεμβάσεις στον αθλητισμό, με διαλύσεις συλλόγων, συγχωνεύσεις με το στανιό, μετονομασίες,κλπ η επιβίωση της Νίκης Βόλου είναι δείγμα της βαθιάς κοινωνικής ρίζας που έχει.

Σημαίνει ότι κατάφερε να “βάζει” νέες γενιές – διαδόχους σαν συμμέτοχους στην διαχρονική της πορεία, που καταγράφει αναλυτικά ο Θανάσης στο βιβλίο του.

Το βλέπω και ζηλεύω γιατί στη δικιά μου Νέα Ιωνία αυτή της Αττικής αυτό δεν έχει συμβεί, έχει αποκοπεί η ιστορική συνέχεια και τα σημερινά αθλητικά σωματεία δεν συσπειρώνουν με βάση τις ιστορικές τους αναφορές, αλλά περιστασιακά ανάλογα με την αγωνιστική τους πορεία. Κάποιες προσπάθειες των παλαιμάχων ποδοσφαιριστών να οργανωθεί μέσα στο γήπεδο ένα μουσείο ποδοσφαιρικής ιστορίας και ακολούθως να αξιοποιηθεί και να μεταλαμπαδεύσει ιστορική γνώση σε επόμενες γενιές, τις έχει φρενάρει η πανδημία.

Στο βιβλίο γίνεται αναφορά σε διοικητικές αλλαγές στη Νίκη Βόλου στην μεταπολεμική περίοδο που ο συγγραφέας ονομάζει σαν “αποκομμουνιστοποίηση” της Νίκης Βόλου, μήπως και σταματήσει το κυνηγητό της.

Είναι ένα φαινόμενο που εξελίχθηκε πανελλαδικά ιδίως σε μεγάλα αστικά κέντρα και κυρίως στην Αθήνα, εκεί που μαζεύονταν από τα χωριά τους οι κυνηγημένοι της μετεμφυλιακής περιόδου για να “χαθούν” μέσα στο πλήθος και να βρουν μία δουλειά χωρίς προϋπόθεση το χαρτί κοινωνικών φρονημάτων – κυρίως οικοδομική.

Εκεί είχαμε ιδρύσεις αθλητικών σωματείων που κοινωνικά βασίζοντας σε τέτοιο κόσμο, αλλά διοικητικά έμπαιναν, μπροστά από τις τοπικές κοινωνίες, τις γειτονιές, άνθρωποι με πολιτικές καταβολές και εντάξεις στα τότε κόμματα εξουσίας για να μην χαρακτηριστεί το σωματείο ή ακόμα χειρότερα απορριφθεί το καταστατικό του.

Επανερχόμαστε στο Βόλο και οι δυσκολίες βέβαια που οι ιστορικές περίοδοι είχαν, μπορεί να μην στάθηκαν ικανές να διαλύσουν τη Νίκη, είχαν όμως επιπτώσεις στο δυναμικό που τη στήριζε και αυτό εκφράστηκε με τα σκαμπανεβάσματά της.

Είναι άλλη μία απόδειξη ότι ο αθλητισμός είναι από λεγόμενα “δεύτερα ωραία πράγματα στη ζωή”, καθώς η εργασία, η Παιδεία, η Υγεία, το πολιτικό περιβάλλον που εξελίσσονται αν είναι για παράδειγμα τυπικό αστικοδημοκρατικό, ή θεωρητικά αστικοδημοκρατικό με το παρακράτος να κάνει κουμάντο, ή ακόμα χειρότερα δικτατορικό, επηρεάζει τις ζωές μας και όλες τις ανθρώπινες δραστηριότητες σε όλα τα πεδία.

Στο βιβλίο του Θανάση πρέπει να σταθούμε στην οπτική που χρησιμοποιεί. Σε αντίθεση με τις αποστεωμένες καταγραφές της ιστορίας των ομάδων, όπου οι περιγραφές μετράνε τα κύπελλα και τα πρωταθλήματα, ή τις προσωπικότητες προέδρων – επιχειρηματιών με μεγάλη οικονομική επιφάνεια, ο Θανάσης εξετάζει τη δράση των πολλών, τη δράση τμημάτων της κοινωνίας και τα σημεία που όλα αυτά έχουν και αθλητική αποτύπωση.

Αυτό νομίζω ότι είναι το πιο δυνατό σημείο του βιβλίου, το οποίο αξίζει να το διαβάσετε όχι σαν μία ρομαντική ιστορία του παρελθόντος ή σαν “περασμένα μεγαλεία και διηγώντας τα να κλαίς”, αλλά σαν μία απόδειξη ότι ο αθλητισμός είναι δικαίωμα που ανήκει στην κοινωνία και όχι σε όσους σήμερα τον εμπορευματοποιούν όπως και άλλες ανθρώπινες δραστηριότητες και μας θέλουν θεατές – καταναλωτές και χειροκροτητές προέδρων και οπαδικών στρατών. Στο Βόλο κάνουμε αυτή την κουβέντα και νομίζω ότι τέτοιες εμπειρίες έχετε πολλές και μάλιστα πρόσφατες.

Στο βιβλίο που είμαι σίγουρος ότι θα είναι καλοτάξιδο, εύχομαι επιπλέον να δούμε όταν ολοκληρώσει τον κύκλο του και ένα δεύτερο τόμο, το αξίζει ο Βόλος, το αξίζει η Νίκη και κυρίως το μπορεί ο Θανάσης.

Σας ευχαριστώ για την προσοχή σας

https://nasosbratsos.blogspot.com/2020/10/blog-post_11.html