Κανονικοποίηση του νεοναζισμού στη Γερμανία: η Σαξονία-Άνχαλτ ως προειδοποίηση

Την Κυριακή 6 Σεπτεμβρίου, το ακροδεξιό κόμμα Alternative für Deutschland (AfD) σημείωσε το ισχυρότερο αποτέλεσμά του σε οποιαδήποτε γερμανική περιφερειακή εκλογή από τη σύστασή του, παίρνοντας 43,8% των ψήφων στις εκλογές του κρατιδίου της Σαξονίας-Άνχαλτ, στην ανατολική Γερμανία. Το κόμμα υπερδιπλασίασε το ποσοστό που είχε πάρει πριν από πέντε χρόνια και βρέθηκε μόλις τρεις έδρες μακριά από την απόλυτη πλειοψηφία στο τοπικό κοινοβούλιο (39 στις 83 έδρες, με 42 να απαιτούνται). Στον πρώτο γύρο δεν θα σχηματίσει κυβέρνηση, λόγω του Brandmauer, του «τείχους προστασίας», δηλαδή τη μη συνεργασία των άλλων κομμάτων με ακροδεξιά κόμματα. Ωστόσο στον τρίτο γύρο υπάρχει η δυνατότητα  να εκλεγεί με απλή πλειοψηφία – την οποία έχει υποσχεθεί το  BSW της Βάγκενκνεχτ να εξασφαλίσει με την αποχή του.

Η προοπτική να κυβερνήσει η AfD ένα κρατίδιο φαίνεται – και είναι –  τρομακτική. Ωστόσο, απέχει πολύ από αυτό που προβάλλεται στα κυρίαρχα μέσα, ότι πρόκειται για επέλαση του ναζισμού στην Γερμανία. Χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν απαιτείται άμεση αντιφασιστική δράση, ώστε η κατάσταση να μη μετατραπεί σε κάτι πραγματικά τραγικό – κάτι που θα αναλύσουμε παρακάτω. Προς το παρόν, ας δούμε ποια είναι η σημερινή κατάσταση: Η  Σαξονία-Άνχαλτ είναι ένα μικρό κρατίδιο, με μόλις με μόλις 2,1 εκατομμύρια κατοίκους – δηλαδή λιγότερο από το 2,5% του συνολικού πληθυσμού της Γερμανίας, που ανέρχεται σε περίπου 83,5 εκατομμύρια. Οι 573.360 άνθρωποι που ψήφισαν AfD στη Σαξονία-Άνχαλτ αντιστοιχούν σε μόλις γύρω στο 0,7% του γερμανικού πληθυσμού συνολικά – πρόκειται για περίπου μισό εκατομμύριο ανθρώπους σε μία μόνο, μικρή, δομικά προβληματική περιοχή. Και η περιοχή αυτή έχει πολύ συγκεκριμένα χαρακτηριστικά που μπορούν εν μέρει να εξηγήσουν το αποτέλεσμα: είναι το γηραιότερο κρατίδιο της χώρας ως προς τη μέση ηλικία, έχει χάσει σχεδόν μισό εκατομμύριο κατοίκους – το 18% του πληθυσμού της – μόνο από το 2000, έχει το δεύτερο υψηλότερο ποσοστό φτώχειας σε όλη τη Γερμανία, και σχεδόν τα δύο τρίτα των κατοίκων της δηλώνουν πως αισθάνονται «πολίτες δεύτερης κατηγορίας» σε σχέση με τη Δυτική Γερμανία. Δεν είναι, τέλος, η πρώτη φορά που η περιοχή γίνεται πεδίο δοκιμής της ακροδεξιάς: ήδη από τη δεκαετία του 1990 προσέλκυε συστηματικά ακροδεξιά στελέχη, και το νεοναζιστικό DVU είχε πάρει εκεί το 1998 ποσοστό 12,9% – το καλύτερο αποτέλεσμα ακροδεξιού κόμματος σε γερμανικές περιφερειακές εκλογές πριν από την ίδια την AfD.

Σε αυτό ακριβώς το έδαφος βρήκε πρόσφορο χώμα η αντιμεταναστευτική προπαγάνδα της AfD, παρότι το ποσοστό των μεταναστών στο κρατίδιο παραμένει από τα χαμηλότερα της χώρας. Ωστόσο η συρρίκνωση του πληθυσμού, το κλείσιμο υπηρεσιών, η μόνιμη διαρροή των νέων προς τη Δύση, η αίσθηση ότι κανείς στο Βερολίνο δεν ασχολείται πραγματικά μαζί τους, είναι μια συνθήκη που συντελεί στην προσπάθεια ανεύρεσης ενόχων.  Είναι μάλιστα ενδεικτικό ότι, αντίθετα απ’ ό,τι θα περίμενε κανείς, η υποστήριξη της AfD στην Ανατολική Γερμανία δεν είναι υψηλότερη εκεί όπου η ανεργία είναι μεγαλύτερη, αλλά εκεί όπου ο πληθυσμός συρρικνώνεται πιο γρήγορα. Η AfD στηρίχτηκε πάνω στη βαθύτερη αίσθηση εγκατάλειψης και απώλειας μέλλοντος και τη μετέφρασε σε εθνικισμό, «γερμανικότητα» και μίσος απέναντι στον ξένο, προσφέροντας έναν ορατό, συγκεκριμένο εχθρό εκεί όπου η πραγματική αιτία – μια τριανταπενταετής διαδικασία αποβιομηχάνισης και εγκατάλειψης μετά την επανένωση – είναι πολύ πιο αφηρημένη και πολύ πιο δύσκολο να ανατραπεί. Στο ίδιο έδαφος βρίσκει απήχηση και η φιλορωσική, αντικυρωτική στάση του κόμματος: το τέλος του φθηνού ρωσικού αερίου χτύπησε σκληρά τη γερμανική βιομηχανία και τα νοικοκυριά, ενώ το Βερολίνο βρήκε ταυτόχρονα δεκάδες δισεκατομμύρια για επανεξοπλισμό όσο η λιτότητα σε υγεία και πρόνοια συνεχιζόταν κανονικά· μια αντίφαση που η AfD, με γνωστές τις υπόγειες σχέσεις με την Ρωσία, εκμεταλλεύεται εύκολα.

Στη δημοσκοπική άνοδο της AfD έχει συντελέσει αναμφίβολα και η αντιμεταναστευτική ρητορική του CDU. Το κόμμα του Μερτς μιλά συνεχώς για το “τείχος προστασίας” απέναντι στην AfD, όμως η πραγματική του πολιτική πράξη δείχνει κάτι πολύ διαφορετικό: στην πραγματικότητα κάνει ό,τι μπορεί για να κάνει κεντρική ακριβώς την ξενοφοβική ατζέντα που υποτίθεται ότι πολεμά. Τον Οκτώβριο του 2025, ο ίδιος ο καγκελάριος Φρίντριχ Μερτς δήλωσε ότι πολλές γερμανικές πόλεις έχουν αλλάξει “εικόνα” (Stadtbild) εξαιτίας της παρουσίας μεταναστών, ισχυριζόμενος ότι ο κόσμος πλέον φοβάται να κυκλοφορήσει· και συνέδεσε αμέσως τη δήλωση αυτή με την ανάγκη για “Rückführungen” (απελάσεις και εθελοντικούς επαναπατρισμούς) “σε πολύ μεγάλη κλίμακα”. Το “Rückführung” δεν είναι παρά η ίδια η “remigration” της AfD με πιο αστική συσκευασία, καθώς ο Μερτς και ο Βαυαρός ομόλογός του Söder χρησιμοποιούν πλέον σχεδόν πανομοιότυπες διατυπώσεις με το ακροδεξιό κόμμα. Παράλληλα, ο Μερτς έχει επανειλημμένα στοχοποιήσει τους πρόσφυγες μέσα από το επιδοματικό σύστημα, λέγοντας πως δεν μπορείς να εξηγήσεις σε έναν μακροχρόνιο φορολογούμενο γιατί θα παίρνει το ίδιο επίδομα μ’ έναν πρόσφυγα, και χαρακτηρίζοντας το βασικό επίδομα (Bürgergeld) “παράγοντα έλξης” για αιτούντες άσυλο.

Τον Ιανουάριο του 2025, ως υποψήφιος καγκελάριος τότε, ο Μερτς πέρασε από τη Bundestag πρόταση για αυστηροποίηση της μεταναστευτικής πολιτικής που εγκρίθηκε μόνο χάρη στις ψήφους της AfD – για πρώτη φορά μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο μια κοινοβουλευτική πλειοψηφία περιλάμβανε το ακροδεξιό κόμμα. Η κίνηση προκάλεσε κατακραυγή και οδήγησε σε μεγάλες διαδηλώσεις στο Βερολίνο και αλλού. Αυτή είναι η ουσία της υποκρισίας του λεγόμενου “τείχους”: όταν υιοθετείς την ατζέντα της ακροδεξιάς επειδή φοβάσαι να χάσεις ψήφους προς τα εκεί, το μόνο που καταφέρνεις είναι να πείσεις τον κόσμο ότι αυτά είναι πράγματι τα σοβαρά του προβλήματα – και όποιος θεωρεί ότι το μεγαλύτερό του πρόβλημα είναι οι μετανάστες, θα προτιμήσει αυτούς που υπόσχονται να το “λύσουν” με τον πιο δραστικό και ωμό τρόπο. Το τείχος δεν προστατεύει τίποτα όταν οι ίδιοι που το χτίζουν σκάβουν συνεχώς το θεμέλιό του.

Όσο και αν η ραγδαία εκλογική άνοδος της AfD ήταν μόνο σε ένα μικρό κρατίδιο με τα συγκεκριμένα χαρακτηριστικά, η αλήθεια είναι ότι η AfD έχει ανησυχητικά καλές επιδόσεις σε ολόκληρη τη χώρα. Δεν υπάρχει βέβαια προγραμματισμένη ομοσπονδιακή εκλογή πριν το 2029, οπότε δεν βρισκόμαστε κυριολεκτικά «ένα βήμα πριν» κερδίσει η AfD τη Bundestag· στις πανγερμανικές δημοσκοπήσεις όμως είναι ήδη, εδώ και πάνω από έναν χρόνο, το πρώτο κόμμα της χώρας, και είναι εξάλλου η μεγαλύτερη αντιπολιτευτική δύναμη στη σημερινή Bundestag, με 150 έδρες. Αυτό δεν είναι εξέλιξη που μπορούμε να πάρουμε ελαφριά, γιατί η AfD δεν είναι μετριοπαθής ακροδεξιά, το πρόγραμμα και η παρουσία της δείχνουν ότι είναι στην πραγματικότητα ένα νεοναζιστικό κόμμα, ανάλογο με τη Χρυσή Αυγή.

Ο νατιβισμός είναι στον πυρήνα της ιδεολογίας της AfD. Στη βάση της ιδεολογίας της βρίσκεται μια αυστηρά εθνοτική αντίληψη του «Γερμανού» – η διάκριση ανάμεσα σε «Bio-Deutsche» (Γερμανοί εξ αίματος) και «Passdeutsche» (Γερμανοί μόνο κατά διαβατήριο). Ως νατιβιστικό κόμμα, υποστηρίζει την επιστροφή στο δίκαιο αίματος (ius sanguinis) ως βάση της ιθαγένειας, αναγνωρίζοντας ουσιαστικά ως «γνήσιο» Γερμανό μόνο όποιον έχει γερμανική καταγωγή – ακόμη κι αν κάποιος έχει τη γερμανική υπηκοότητα εδώ και γενιές. Η ρητορική της στηρίζεται σταθερά στην ιδέα ότι κάθε μη γηγενές στοιχείο απειλεί το έθνος (μια εκδοχή της συνωμοσιολογικής θεωρίας περί «αντικατάστασης πληθυσμού»), δημιουργώντας έτσι, στην πράξη αν όχι επίσημα στο πρόγραμμα, πολίτες δύο ταχυτήτων.

Το πιο συγκεκριμένο κομμάτι αυτής της ατζέντας είναι η «remigration». Το περιεχόμενο του όρου αποκαλύφθηκε τον Νοέμβριο του 2023, όταν ανώτατα στελέχη της AfD συμμετείχαν σε μυστική συνάντηση κοντά στο Πότσδαμ, όπου ο Αυστριακός ακροδεξιός Martin Sellner παρουσίασε έναν σχέδιο απελάσεων. Σύμφωνα με τη δημοσιογραφική έρευνα του Correctiv που αποκάλυψε τη συνάντηση, το σχέδιο προέβλεπε «remigration» και για «μη αφομοιωμένους» πολίτες, μέσω «προσαρμοστικής πίεσης» – ο ίδιος ο Sellner έχει μιλήσει δημόσια, σε άλλες τοποθετήσεις του, για «επαναμετανάστευση» έως και 6 εκατομμυρίων ανθρώπων, πέρα από τα επιπλέον εκατομμύρια χωρίς γερμανική υπηκοότητα. Η AfD προοριζόταν να είναι ο πολιτικός εκτελεστής του σχεδίου αν έρθει στην εξουσία, και ο ίδιος ο Ulrich Siegmund, σημερινός επικεφαλής της AfD στη Σαξονία-Άνχαλτ, ήταν παρών, δηλώνοντας ότι θέλει να προωθήσει το σχέδιο remigration του Sellner στο δικό του κρατίδιο, δέσμευση από την οποία δεν έχει ποτέ αποστασιοποιηθεί. Η αποκάλυψη προκάλεσε τις μεγαλύτερες αντιφασιστικές κινητοποιήσεις στη Γερμανία εδώ και δεκαετίες, με εκατομμύρια ανθρώπους να διαδηλώνουν επί μήνες, και γέννησε το ενεργό κίνημα για συνταγματική απαγόρευση του κόμματος.

Η ίδια λογική της εθνοτικής «καθαρότητας» δεν σταματά στα σύνορα – επεκτείνεται στο εσωτερικό του ίδιου του κοινωνικού σώματος, καθορίζοντας ποιος και πώς επιτρέπεται να αναπαράγει, να μεγαλώνει και να εκφράζει αυτό το «γνήσιο» έθνος. Ακολουθούν μια βαθιά πατριαρχική πολιτική για τις γυναίκες (αποκλειστικά αναπαραγωγικός ρόλος, αντίθεση στην άμβλωση), πλήρη απόρριψη κάθε οικογένειας πέρα από το ετεροκανονικό μοντέλο (η ΛΟΑΤΚΙ+ κοινότητα αντιμετωπίζεται ως «ιδεολογία» και «διαστροφή»), εκπαιδευτική ατζέντα «καθαρισμού» των σχολείων από «αριστερή προπαγάνδα», και στοχοποίηση της σύγχρονης τέχνης, με όρους ανάλογους της  «εκφυλισμένης τέχνης» (entartete Kunst) που χρησιμοποιούσε η ναζιστική προπαγάνδα. Επίσης έχουν διακηρύξει ότι θα κόψουν την χρηματοδότηση από καλλιτεχνικά πρότζεκτ που προωθούν την «αντιγερμανική κουλτούρα» (το παράδειγμα που έδωσε ο εκπρόσωπος πολιτισμού ήταν οι «σύγχρονες, φεμινιστικές σκηνοθεσίες όπερας») και προτεραιότητα σε έργα που συμβάλλουν στην «ανεύρεση γερμανικής ταυτότητας».

Το γεγονός ότι είναι στην πραγματικότητα Γερμανοί νεοναζί, προκαλεί όπως θα ήταν αναμενόμενο δυσκολίες στην επιδίωξη της ηγεσίας του κόμματος για στενότερες σχέσεις με το Ισραήλ. Παρότι είναι υποστηρικτές της γενοκτονίας και βλέπουν ένα σύμμαχο στο Ισραήλ ενάντια στους μουσουλμάνους, και παρότι έχουν προσπαθήσει να δώσουν διαπιστευτήρια – η Βάιντελ π.χ. έχει δηλώσει στον Μασκ ότι η AfD είναι «ο μόνος προστάτης των Εβραίων» στη Γερμανία – το κόμμα έχει βαθιές αντισημιτικές ρίζες και πολλούς αρνητές του ολοκαυτώματος για να τους εμπιστευτεί το Ισραήλ. Στην πραγματικότητα θεωρούν τους Εβραίους συμμάχους αρκεί να πάνε στο Ισραήλ. Έτσι, ενώ η κυβέρνηση της γενοκτονίας άνοιξε επίσημες επαφές το 2025 με ακροδεξιά κόμματα στην Ευρώπη, όπως το κόμμα της Λε Πεν και το ισπανικό Vox, η Γερμανία παραμένει η εξαίρεση: ο ίδιος Ισραηλινός υπουργός Διασποράς ανέφερε ρητά την AfD ως κόμμα που δεν έχει απαλλαγεί επαρκώς από τις αντισημιτικές ρίζες του για να του δοθεί η ίδια μεταχείριση.

Έχουν άλλους, πιο θερμούς υποστηρικτές ωστόσο. Από τη μία, για την εκλογική επιτυχία της AfD πανηγύρισαν δημόσια ο Τραμπ, ο Ορμπάν και ο Μασκ – τον οποίο μάλιστα ευχαρίστησε δημόσια ο ίδιος ο Ulrich Siegmund σε ανάρτησή του στο X, απαντώντας στο «Gut gemacht!» («Μπράβο!») του Μασκ με λόγια για «στενή και εποικοδομητική συνεργασία» αν η AfD καταλήξει να κυβερνήσει το κρατίδιο. Από την άλλη, αντιφασιστικές κινητοποιήσεις έγιναν ήδη στο Βερολίνο, στο Έσσεν, στο Πότσδαμ – και στο ίδιο το Μαγδεμβούργο, πρωτεύουσα της Σαξονίας-Άνχαλτ, πριν τις εκλογές – ενώ δεκάδες ακόμη ακολουθούν, σχεδόν καθημερινά, σε πόλεις σε όλη τη χώρα. Τα τελευταία χρόνια, μάλιστα, πληθαίνουν στη Γερμανία οι αντιφασιστικές πρωτοβουλίες και τα δίκτυα αλληλεγγύης. Δεν ξέρουμε ακόμα αν αυτά τα αντανακλαστικά θα φτάσουν για να ανακόψουν την πορεία των νεοναζί προς την εξουσία. Το ίδιο ερώτημα, άλλωστε, δεν αφορά μόνο τη Γερμανία· η δική μας εμπειρία με τη Χρυσή Αυγή δείχνει ότι η ακροδεξιά ανακόπτεται όταν υπάρχει συνεχής, οργανωμένη αντίσταση απέναντί της – και αυτή η επαγρύπνηση χρειάζεται παντού στην Ευρώπη σήμερα, όχι μόνο εκεί όπου το τέρας έχει ήδη μεγαλώσει. Ξέρουμε όμως ότι, όπου κι αν κερδίζει έδαφος η ακροδεξιά, δεν το κάνει απέναντι σε μια σιωπηλή κοινωνία – και αυτό, όσο κι αν η μάχη είναι ανηφορική, παραμένει το σημείο απ’ όπου ξεκινά κάθε αντίσταση.

ΑΠΡ

Μοιραστείτε το άρθρο