Αγώνας για την κατάργηση του νόμου Χατζηδάκη (4808/21). Καμία υποταγή, καμία εφαρμογή των διατάξεών του.

Ανάλυση του νόμου και πρόταση αγώνα

Ο νόμος 4808/21, το αντεργατικό τερατούργημα με την υπογραφή του υπ. Εργασίας Χατζηδάκη που ψηφίστηκε τον Ιούνη του 2021, αποτελεί επιλογή στρατηγικής σημασίας για την κυβέρνηση και το καπιταλιστικό σύστημα που υπηρετεί. Θέλει να διαλύσει το 8ωρο και να ισοπεδώσει τα εργασιακά δικαιώματα. Θέλει να βγάλει τις απεργίες και τον ταξικό συνδικαλισμό στην παρανομία. Θέλει να διαμορφώσει ένα ασφυκτικό πλαίσιο για τους εργαζόμενους και τη δυνατότητά τους να οργανώνονται, να αγωνίζονται, να διεκδικούν τα δικαιώματά τους.

Ο νόμος, με το πλήθος των διατάξεών του, φέρνει ανατροπές στο σύνολο της εργατικής νομοθεσίας Συμπυκνώνει, συμπληρώνει και προχωράει ακόμα περισσότερο την επίθεση στον κόσμο της δουλειάς. Η κυβέρνηση, αφού άφησε και συνεχίζει ν’ αφήνει τους εργαζόμενους και συνολικά το λαό απροστάτευτο απέναντι στην πανδημία, φορτώνοντάς του όλο το βάρος της αντιμετώπισης της κατάστασης, και αφού τη χρησιμοποίησε για να επιβάλει ένα σωρό αντεργατικές διατάξεις, απαγορεύσεις, σκληρή καταστολή, πρόστιμα και διαχωρισμούς, την αξιοποίησε και για να προωθήσει συνολικά την αντεργατική πολιτική με το νόμο 4808/21.

Θεσμοθέτησε και μόνιμα, όσα εφάρμοσε υποτίθεται «προσωρινά» με πρόφαση την πανδημία. Συμπλήρωσε την απαγόρευση των διαδηλώσεων με το χτύπημα στην οργανωμένη συλλογική πάλη των εργαζόμενων. Επιχειρεί να διαμορφώσει τους πλέον μακροπρόθεσμους όρους, ώστε το σύστημα να εντείνει την εκμετάλλευση των εργαζόμενων, για να αντιμετωπίσει την κρίση του. Ήδη, βρισκόμαστε αντιμέτωποι με τις συνέπειες αυτής της πολιτικής. Η ακρίβεια στην ενέργεια και τα είδη πρώτης ανάγκης και η λιτότητα, που μόνο «παροδικά φαινόμενα» δεν είναι, ροκανίζουν το έτσι κι αλλιώς πετσοκομμένο εισόδημα εργαζόμενων και ανέργων.

Χτύπημα στο ωράριο και τη σταθερή δουλειά

Στους βασικούς πυλώνες του νόμου είναι οι διατάξεις που αφορούν το ωράριο. Με τη λεγόμενη «ατομική διευθέτηση του χρόνου εργασίας», ο νόμος δίνει στον εργοδότη τη δυνατότητα να επιβάλει σε ατομικό επίπεδο (με τη δήθεν σύμφωνη γνώμη του εργαζόμενου και παρακάμπτοντας το σωματείο αν υπάρχει) 10ωρη εργασία χωρίς πρόσθετη αμοιβή, με την υπόσχεση για μειωμένο ωράριο ή ρεπό όταν (και αν) βολεύει τον εργοδότη. Καταργεί στην πράξη το 8ωρο, που αποτελεί κοινό σημείο αναφοράς για τους εργαζόμενους σ’ ολόκληρο τον κόσμο και ιστορική εργατική κατάκτηση απέναντι στην επιθυμία του κεφαλαίου για απεριόριστη εκμετάλλευση της εργατικής δύναμης.

Με την αύξηση του ανώτατου ορίου υπερωριών σε 150 το χρόνο τόσο για τη βιομηχανία όσο και για τους υπόλοιπους κλάδους, μειώνει την υπερωριακή αμοιβή και προωθεί συνολικά την εντατικοποίηση προς όφελος της κερδοφορίας, την ώρα που η ανεργία είναι στα ύψη. Με την προσθήκη των κλάδων του φαρμάκου και του παραϊατρικού υλικού, της μεταφοράς, αποθήκευσης και διανομής εμπορευμάτων (logistics), των τηλεφωνικών κέντρων, των υποστηρικτικών τμημάτων επιχειρήσεων κ.ά. στη λίστα που επιτρέπεται να λειτουργούν και Κυριακή, διευρύνει το χτύπημα της Κυριακάτικης αργίας για χιλιάδες εργαζόμενους. Με την καθιέρωση της τηλεργασίας θεσπίζει σε μόνιμη βάση ένα εργασιακό καθεστώς που, στο βαθμό που εξυπηρετεί την εργοδοσία, αξιοποιείται για ακόμα μεγαλύτερη εντατικοποίηση ενώ κρατά τους εργαζόμενους απομονωμένους απ’ τους συναδέλφους και το εργασιακό τους περιβάλλον. Με τη δυνατότητα επιβολής σπαστού ωραρίου και στους μερικώς απασχολούμενους, ελαστικοποιεί ακόμα περισσότερο το ήδη απορυθμισμένο εργασιακό καθεστώς με το οποίο εργάζονται χιλιάδες σε σούπερ μάρκετ, λιανεμπόριο και πολλούς ακόμα κλάδους, εγκλωβισμένοι στην ανασφάλεια και τη ρευστότητα.

Το καπιταλιστικό σύστημα θέλει τη ζωή των εργαζόμενων απόλυτα υποταγμένη στις ανάγκες του. Μας θέλει μόνιμα διαθέσιμους, να δουλεύουμε όπως και για όσο θέλει ο εργοδότης. Και για όταν δεν μας θέλει, ο νόμος δίνει τη δυνατότητα στον εργοδότη να αναστείλει τη σύμβαση εργασίας με τη μορφή άδειας άνευ αποδοχών (πάλι με τη δήθεν σύμφωνη γνώμη του εργαζόμενου). Ή ακόμα και να προχωρήσει σε απόλυση χωρίς περιορισμούς καθώς, ακόμα κι αν μια απόλυση κριθεί άκυρη, ο εργοδότης δεν είναι αναγκασμένος να καταβάλει μισθούς υπερημερίας και να επαναπροσλάβει τον εργαζόμενο, αρκεί να δώσει απλά αυξημένη αποζημίωση (κι αυτή σύμφωνα με… την περιουσιακή κατάσταση των μερών).

Ο νόμος Χατζηδάκη βάζει σε πρώτη και μοναδική προτεραιότητα τις ανάγκες της εργοδοσίας, με τους εργαζόμενους σε ρόλο αναλώσιμων εργαλείων δίχως δικαιώματα. Νομιμοποιεί και ενισχύει την καταστρατήγηση του ωραρίου και την απλήρωτη δουλειά, δίνει το πράσινο φως σε κάθε εργοδοτική αυθαιρεσία. Γι’ αυτό και στην ουσία του δεν έχει «θετικά στοιχεία», όπως θέλουν να υποστηρίζουν οι απολογητές της κυβερνητικής πολιτικής. Αυτά που παρουσιάζονται σαν τέτοια δεν είναι παρά στάχτη στα μάτια των εργαζόμενων για να κρυφτεί η πραγματική του στόχευση.

Η λειτουργία των σωματείων στον κλοιό του κράτους και της εργοδοσίας

Ο νόμος 4808/21 βάζει πλήθος περιορισμών και προϋποθέσεων για να θεωρείται νόμιμο ένα σωματείο. Απαιτεί την εγγραφή του στο Γενικό Μητρώο Συνδικαλιστικών Οργανώσεων (ΓΕΜΗΣΟΕ) και την καταχώρηση σ’ αυτό των ονομάτων των μελών που έχουν εκλεγεί στο Διοικητικό Συμβούλιο, των πρακτικών διαλογής των ψηφοδελτίων και καταμέτρησης των ψήφων στις αρχαιρεσίες του, καθώς και των οικονομικών πόρων του σωματείου από το κράτος. Διαφορετικά, ένα σωματείο δεν μπορεί να αποφασίσει απεργία, να διαπραγματευτεί και να καταρτίσει Συλλογική Σύμβαση Εργασίας, να ασκεί νόμιμα συνδικαλιστική δράση, να προστατεύονται τα στελέχη του από απολύσεις. Επιπλέον, προβλέπει τη διατήρηση ψηφιακών βιβλίων με τα στοιχεία όλων των μελών, τα πρακτικά των Γενικών Συνελεύσεων, της διαχείρισης του ταμείου κ.ά. Το ηλεκτρονικό φακέλωμα κι ο ασφυκτικός έλεγχος των σωματείων, των μελών και της δράσης τους, που εντάθηκε με το Μητρώο Πραγματικών Δικαιούχων, αναβαθμίζεται και διευρύνεται με το ΓΕΜΗΣΟΕ.

Με το νόμο επιβάλλονται οι ηλεκτρονικές ψηφοφορίες στις διαδικασίες των σωματείων. Ειδικά για κήρυξη απεργίας, ο νόμος απαγορεύει τη λήψη απόφασης αν δεν παρέχεται η δυνατότητα συμμετοχής εξ αποστάσεως και ηλεκτρονικής ψηφοφορίας, διατηρώντας και την απαίτηση της αυξημένης απαρτίας (50%+1) που θεσπίστηκε επί κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ. Η παροχή δυνατότητας ηλεκτρονικής ψήφου είναι υποχρεωτική και για τις αρχαιρεσίες των οργάνων του σωματείου. Καταργείται και το δικαίωμα του σωματείου να διατηρεί πίνακα ανακοινώσεων και να διανέμει ανακοινώσεις σε κοινόχρηστους, υπαίθριους και χώρους εστίασης του τόπου εργασίας. Ο νόμος σκοπεύει στην απονέκρωση των ζωντανών συλλογικών διαδικασιών των εργαζόμενων και την προσθήκη περισσότερων εμποδίων στην προκήρυξη απεργίας. Περιορίζει σημαντικά τις δραστηριότητες του σωματείου που θεωρούνται «επιτρεπτές» και προϋποθέτει τη συνεννόηση με την εργοδοσία. Οι εργαζόμενοι πρέπει να πάρουν την έγκριση του ταξικού τους αντιπάλου για τη λειτουργία και τη δράση των σωματείων τους.

Ο νόμος διευκολύνει και την απόλυση ή τη μετάθεση συνδικαλιστών. Μειώνεται ο αριθμός των εκλεγμένων μελών που προστατεύονται και καταργείται ο κατάλογος που περιόριζε τους «σπουδαίους λόγους» που επιτρέπουν την απόλυση, όπως και η προϋπόθεση συγκατάθεσης του σωματείου. Η μετάθεση συνδικαλιστικού στελέχους αφήνεται αποκλειστικά στην κρίση του εργοδότη, καθώς καταργείται επίσης ο όρος της συγκατάθεσης του σωματείου. Η συνδικαλιστική δράση που ενοχλεί την εργοδοσία βρίσκεται υπό διωγμό.

Ποινικοποίηση της απεργίας

Στο στόχαστρο του νόμου Χατζηδάκη μπαίνει με ειδική βαρύτητα το δικαίωμα στην απεργία. Στις προϋποθέσεις για την απόφαση προκήρυξής της προστίθενται υποχρεώσεις του συνδικαλιστικού οργάνου που φτάνουν μέχρι και να την αναιρούν. Τέτοια είναι η υποχρέωση κατάθεσης αιτήματος δημόσιου διαλόγου ενώπιον του ΟΜΕΔ που επιβάλλεται για το δημόσιο τομέα, κατά τη διάρκεια του οποίου δεν επιτρέπεται η άσκηση του δικαιώματος στην απεργία. Τέτοια είναι η υποχρέωση ορισμού συγκεκριμένου προσωπικού ασφαλείας σε ετήσια βάση, που θα κοινοποιείται στον εργοδότη. Όπως κι η διασφάλιση «Προσωπικού Ελάχιστης Εγγυημένης Υπηρεσίας», του προσωπικού δηλαδή που έχει οριστεί από τα πριν και έχει διατεθεί στο «διευθυντικό δικαίωμα του εργοδότη» ώστε να παρέχεται τουλάχιστον το 1/3 της συνήθους υπηρεσίας, που επιβάλλεται για τις επιχειρήσεις «κοινής ωφέλειας», στις οποίες δηλαδή απαγορεύεται η διακοπή της παραγωγής ή της παροχής υπηρεσίας.

Και βέβαια, υποχρέωση που αναιρεί την ουσία της απεργίας είναι αυτή που θέλει τη συνδικαλιστική οργάνωση που προκηρύσσει απεργία να διασφαλίζει τη δυνατότητα των απεργοσπαστικών μηχανισμών της εργοδοσίας να δρουν «ελεύθερα και ανεμπόδιστα […] χωρίς εμπόδιο και ιδίως χωρίς την άσκηση σωματικής ή ψυχολογικής βίας σε βάρος τους»! Αν κάποιο συνδικαλιστικό όργανο υλοποιήσει και περιφρουρήσει τις συλλογικές αποφάσεις των εργαζόμενων, η απεργία θεωρείται «παράνομη» και πρέπει να σταματήσει άμεσα. Απεργία πρωτοβάθμιου σωματείου δε που έχει κριθεί «παράνομη», απαγορεύεται να καλύπτεται από αποφάσεις δευτεροβάθμιων ή τριτοβάθμιων οργανώσεων.

Το σύστημα γνωρίζει ότι η επίθεσή του στον κόσμο της δουλειάς, η προοπτική της φτώχειας, της εξαθλίωσης, της απόλυτης εκμετάλλευσης που έχει να του «προσφέρει», θα προκαλέσει αντιδράσεις. Ο εχθρικός τρόπος αντιμετώπισης των κρίσιμων ζητημάτων της περιόδου που διανύουμε είναι καθοριστικός για το εκρηκτικό κλίμα που δημιουργείται.

  • Η κυβέρνηση αδιαφορεί για την προστασία της υγείας των εργαζόμενων και του λαού, ενώ συνεχίζει την υπονόμευση και το ξεχαρβάλωμα των δημόσιων νοσοκομείων και του δικαιώματος όλων στην περίθαλψη.
  • Οι ΣΣΕ που υπογράφτηκαν κατά κλάδο ή επιχείρηση είναι ελάχιστες, με συνέπεια το ρημαγμένο εργατικό εισόδημα να συνεχίζει την πορεία διολίσθησής του, τη στιγμή μάλιστα που ο πληθωρισμός έχει εκτοξευτεί στα ύψη!
  • Η εργοδοτική παραβατικότητα και η τρομοκρατία στους χώρους δουλειάς κλιμακώνεται.

Η επίθεση αυτή δεν αρκείται στη σημερινή κατάσταση αποσυγκρότησης που έχουν επιβάλει οι κυρίαρχες συνδικαλιστικές δυνάμεις της συνδιαλλαγής και της υποταγής. Γνωρίζει τη δυνατότητα που έχουν οι εργαζόμενοι να αντιστέκονται, να διεκδικούν, να ανατρέπουν την αντεργατική πολιτική του, όταν κινούνται συλλογικά και οργανωμένα. Γι’ αυτό τους θέλει να διαπραγματεύονται «ατομικά», δηλαδή σε καθεστώς εκβιασμού και τρομοκρατίας, και όχι συλλογικά, από κοινού με τους συναδέλφους τους. Γι’ αυτό υπονομεύει τους όρους συγκρότησής τους και χτυπάει τα όργανα της πάλης τους. Γι’ αυτό ποινικοποιεί τους αγώνες τους και ειδικά τους απεργιακούς, μέσα απ’ τους οποίους η εργατική τάξη συνειδητοποιεί το ρόλο και τη δύναμή της απέναντι στο κεφάλαιο. Γι’ αυτό στοχοποιεί και προσπαθεί να βγάλει στην παρανομία τον ταξικό, ανεξάρτητο από το κράτος και την εργοδοσία, συνδικαλισμό.

Αυτή η επίθεση πρέπει να ανατραπεί!

Ο νόμος 4808/21, με το εύρος, τα χαρακτηριστικά, τη σημασία που έχει για όλους τους εργαζόμενους, δεν ψηφίστηκε απ’ την κυβέρνηση για «να μείνει στα χαρτιά». Δεν έχει συμβολικό χαρακτήρα ούτε για το σύστημα, ούτε για τους εργαζόμενους. Τροφοδοτεί και οπλίζει την επίθεση της εργοδοσίας. Υπονομεύει και ποινικοποιεί κάθε εργατικό αγώνα.

Η εργοδοσία ανυπομονεί να εφαρμόσει το πλήθος των διατάξεών του. Η κυβέρνηση προωθεί με γρήγορους ρυθμούς την εφαρμογή του, μέσα από διευκρινιστικές εγκυκλίους και δικαστικές αποφάσεις. Ήδη, στους έξι μήνες που είναι ψηφισμένος, οι προσπάθειες της εργοδοσίας να τον αξιοποιήσει είναι σημαντικές και αφορούν χιλιάδες εργαζόμενους, με χαρακτηριστικά τα παραδείγματα της e-food, του εφοπλιστικού κεφαλαίου, των Jumbo. Ήδη, τον έχουν βρει απέναντί τους όσοι κλάδοι έχουν κινητοποιηθεί (εκπαιδευτικοί, λιμενεργάτες, ναυτεργάτες, εργαζόμενοι στα Πετρέλαια Καβάλας, εργαζόμενοι στον ΕΦΚΑ κ.ά.), με δικαστικές αποφάσεις να βγάζουν «παράνομες» απεργιακές κινητοποιήσεις με βάση και τα νομικά εμπόδια που πρόσθεσε ο νόμος.

Ο νόμος αυτός είναι ασυμβίβαστος με τα εργασιακά και συνδικαλιστικά δικαιώματα. Θεσπίστηκε για να συμβάλλει στην καταστολή των εργατικών αγώνων που είναι σίγουρο ότι θα ξεσπούν ολοένα και περισσότερο, μέσα στις συνθήκες της γενικευμένης, αξεπέραστης και κλιμακούμενης οικονομικής, κοινωνικής και υγειονομικής κρίσης. Κάθε εργατικός αγώνας, κάθε απεργιακή κινητοποίηση, κάθε εργατική διεκδίκηση θα τον βρίσκει μπροστά της. Γι’ αυτό φτιάχτηκε!

Τα σωματεία και όλα τα συνδικαλιστικά όργανα πρέπει να αρνηθούν να συμμορφωθούν στις επιταγές του νόμου. Να μην εγγραφούν στο ΓΕΜΗΣΟΕ, να μην καταχωρήσουν κανένα στοιχείο τους. Να συνεχίσουν να λειτουργούν με βάση τα καταστατικά τους. Να μην αποδεχτούν καμία κρατική παρέμβαση στις διαδικασίες τους και καμία παρέμβαση στα οικονομικά τους. Να συνεχίσουν να περιφρουρούν τις αποφάσεις και τους αγώνες τους.

Όλοι οι εργαζόμενοι πρέπει να αγωνιστούν για την κατάργηση του νόμου Χατζηδάκη. Να διεκδικήσουν τα δικαιώματά τους. Να υπερασπιστούν τα συλλογικά τους όργανα, τις συνδικαλιστικές ελευθερίες, το δικαίωμα στην ελεύθερη συνδικαλιστική δράση. Να συγκροτήσουν την πάλη τους στο βαθμό που απαιτείται για ν’ αντιμετωπίσει το νόμο και την αντεργατική πολιτική του κεφαλαίου.

Η συγκρότηση της «Πρωτοβουλίας για την κατάργηση του 4808/21 και την περιφρούρηση των συνδικαλιστικών ελευθεριών» θέλει να συμβάλει στην ενίσχυση της γραμμής άρνησης εφαρμογής του νόμου και στην οργάνωση της πάλης για την ανατροπή του.

Μέσα από την πάλη κατά του συγκεκριμένου νόμου, θέλει να ενισχύσει και να γίνει μέρος των αγώνων που ξεπηδάνε ως ανάγκη επιβίωσης της εργατικής τάξης. Για την αύξηση των μισθών απέναντι στην ακρίβεια που κατασπαράζει τα λαϊκά νοικοκυριά, για την προστασία της ζωής των εργατών απέναντι στην πανδημία, για την υπεράσπιση των κοινωνικών κατακτήσεων στην εκπαίδευση και την περίθαλψη. Για το δικαίωμα στην εργασία.

Σε αυτή την κατεύθυνση, η οργάνωση της πάλης για την κατάργηση του νόμου Χατζηδάκη, σε συνδυασμό με τα προβλήματα που αναδεικνύονται αυτή την περίοδο, πρέπει να αποτελέσει κεντρική προτεραιότητα για το κίνημα, αξιοποιώντας όλες τις μορφές πάλης και στοχεύοντας σε έναν μαζικό, πανεργατικό και απεργιακό αγώνα.

Η Πρωτοβουλία συγκροτήθηκε από και απευθύνεται σε σωματεία, δυνάμεις, σχήματα, εργαζόμενους που θέλουν να δράσουν από κοινού σ’ αυτή την κατεύθυνση.

Γιατί, χωρίς την κατάργηση του νόμου Χατζηδάκη,
οι κοινωνικοί και ταξικοί αγώνες δυσχεραίνονται, επιβραδύνονται, πνίγονται.

Γιατί, η κατάργηση του νόμου Χατζηδάκη,
είναι προαπαιτούμενο για την ευόδωση των αγώνων αυτών.

Η Πρωτοβουλία επιδιώκει την ανάδειξη των χαρακτηριστικών και των στόχων αυτού του νόμου πλατιά στην εργατική τάξη και όλους τους εργαζόμενους, τους οποίους αφορά συνολικά (άνεργους, ημιαπασχολούμενους, δήθεν αυτοαπασχολούμενους κλπ.). Την έμπρακτη στήριξη κάθε σωματείου που θα βρεθεί στο στόχαστρο της εργοδοσίας, των κρατικών μηχανισμών, αλλά και των κυρίαρχων συνδικαλιστικών δυνάμεων που επιδιώκουν την εφαρμογή του νόμου και της κυβερνητικής πολιτικής στους χώρους δουλειάς. Την κινηματική ανάδειξη του στόχου για κατάργηση του νόμου 4808/21 σε κεντρικό στοιχείο της εργατικής πάλης. Την ενίσχυση των εργατικών διεκδικήσεων. Την προώθηση και στήριξη των απεργιακών αγώνων που είναι αναγκαίοι για την ανατροπή της επίθεσης κεφαλαίου και εργοδοσίας, για την υπεράσπιση των δικαιωμάτων μας στη δουλειά και τη ζωή.

  • Αγώνας για την κατάργηση του νόμου Χατζηδάκη (4808/21)
  • Καμιά υποταγή – καμιά εφαρμογή των διατάξεών του
  • Κάτω τα χέρια από το 8ωρο και τις εργατικές κατακτήσεις
  • Κάτω τα χέρια από τα σωματεία, την απεργία και τις συνδικαλιστικές ελευθερίες

Συγκέντρωση:

Σάββατο, 12 Φεβρουαρίου 2022, 12μμ, Πλ. Κλαυθμώνος

Νέα ανοιχτή σύσκεψη της Πρωτοβουλίας:

Σάββατο, 19 Φεβρουαρίου 2022, 12μμ, ΕΚΑ

email: [email protected]

Πρωτοβουλία για την κατάργηση του 4808/21 και την περιφρούρηση των συνδικαλιστικών ελευθεριών

Μοιραστείτε το άρθρο