Σε αναπηρικό αμαξίδιο, μέσα στην κατάμεστη αίθουσα του δικαστηρίου της Plymouth, κάθεται εδώ και τρεις εβδομάδες η Lindsay Clancy. 36 ετών, πρώην νοσηλεύτρια και κατηγορούμενη για την δολοφονία των τριών ανήλικων παιδιών τη
Η δίκη της έχει εξελιχθεί σε μία από τις πιο πολυσυζητημένες υποθέσεις παιδοκτονίας των τελευταίων ετών – όχι μόνο για τη φρίκη των γεγονότων, αλλά για το κεντρικό ερώτημα που καλούνται να απαντήσουν οι ένορκοι: Είναι η Lindsay Clancy μια δολοφόνος με πρόθεση ή μια γυναίκα που το μυαλό της την πρόδωσε εξαιτίας μιας ανεξέλεγκτης ψύχωσης;
Σύμφωνα με την υπεράσπιση, εκείνες τις στιγμές η Lindsay άκουγε μια φωνή μέσα στο κεφάλι της να της λέει: «Αυτή είναι η τελευταία σου ευκαιρία. Σκότωσε τα παιδιά για να σκοτωθείς». Η απάντησή της στην κατηγορία συνοψίζεται σε μια φράση: «Δεν ήμουν εγώ. Ήταν η αρρώστια».

Σύντομο χρονικό γεγονότων: Στις 24 Ιανουαρίου 2023 ο πατέρας, Patrick, έφυγε για να παραλάβει φαγητό απ’ έξω και να περάσει από το φαρμακείο. Όταν επέστρεψε, βρήκε ένα σπίτι με αίμα σχεδόν σε κάθε σημείο, την κρεβατοκάμαρα κλειδωμένη και τη γυναίκα του αναίσθητη στον κήπο. Είχε πηδήξει από παράθυρο δεύτερου ορόφου σε μια απόπειρα αυτοκτονίας η οποία την άφησε μερικώς παράλυτη. Στο υπόγειο, η πεντάχρονη Cora, ο τρίχρονος Dawson και ο μόλις οκτώ μηνών Callan ήταν ήδη νεκροί. Είχαν στραγγαλιστεί με λάστιχα γυμναστικής.
Greg Derr/Pool/The Patriot Ledger
Η ιστορική στάση της υπεράσπισης
Το επίκεντρο της υπεράσπισης δεν είναι η άρνηση της πράξης, αλλά η κατάσταση στην οποία βρισκόταν η κατηγορούμενη τους μήνες πριν το γεγονός. Σύμφωνα με τις μαρτυρίες, η Clancy δεν είχε ιστορικό ψυχικής νόσου πριν από τη γέννηση του τρίτου παιδιού της, όμως η επιλόχεια κατάθλιψη που ακολούθησε μετέπειτα φέρεται να κλιμακώθηκε σε ψύχωση.
Στο δικαστήριο ο συνήγορος παρουσίασε ένα εκτενές χρονοδιάγραμμα φαρμακευτικής αγωγής. Οι θεραπείες ξεκίνησαν με το αντικαταθλιπτικό Zoloft, ενώ μετά ακολούθησε ένας κυκεώνας φαρμάκων: Ativan, Prozac, Ambien, Seroquel, Klonopin και Remeron, όπως φαίνεται στον παρακάτω πίνακα που κατέθεσε η υπεράσπιση. Εντύπωση προκαλεί και το εξαιρετικά σύντομο χρονικό διάστημα που αλλάζει η θεραπεία, χωρίς να έχει περάσει απαιτούμενο ελάχιστο χρονικό διάστημα χορήγησης για την εξαγωγή συμπερασμάτων.

Οι συνταγογραφήσεις των μηνών πριν τις δολοφονίες.
Ο σύζυγος, Patrick Clancy κατέθεσε στο ακροατήριο, ότι η σύζυγός του έφτανε να μένει ξύπνια έως και 48 συνεχόμενες ώρες και πως ήταν μια γυναίκα που είχε χάσει τον ύπνο, τον έλεγχο και, σταδιακά, τον εαυτό της. Σε ένα σημείωμα που είχε καταγράψει στο κινητό της το 2022 η Lindsay έγραφε «Η φαρμακευτική αγωγή έκλεψε τη μητρότητα και τη ζωή μου. Νιώθω λυπημένη γιατί δεν μπορώ να μεγαλώσω το τρίτο μου παιδί όπως τα δύο πρώτα». Ήταν η κραυγή μιας γυναίκας που νιώθει να χάνει τον εαυτό της, μιας γυναίκας που, σύμφωνα με την υπεράσπιση, οι γιατροί την έχασαν μέσα σε μια θολή συνταγογράφηση αντί να τη βοηθήσουν. Μητέρα ή πειραματόζωο; Το ερώτημα αιωρείται πάνω από το δικαστήριο.
Όπως είχε γράψει ο ίδιος σε μια δημόσια ανάρτηση που διαβάστηκε στο δικαστήριο: «Δεν παντρεύτηκα ένα τέρας – παντρεύτηκα κάποιον που αρρώστησε».

Η εισαγγελία απορρίπτει πλήρως το αφήγημα του αβοήθητου θύματος. Παρουσιάζει την κατηγορούμενη ως μια ελεγκτική και χειριστική προσωπικότητα, που γνώριζε επακριβώς τις πράξεις της και είχε προετοιμάσει εκ των προτέρων το έγκλημα. Για την εισαγγελία, η Lindsay Clancy δεν είναι θύμα, παρά μια γυναίκα που ήξερε τι έκανε και μάλιστα με πλήρη συνείδηση. Υποστηρίζει πως ακόμη και η ίδια η απόπειρα αυτοκτονίας της ήταν μέρος του συνολικού σχεδιασμού και πως ακόμα και η επιλογή του συγκεκριμένου εστιατορίου από το οποίο παρήγγειλε το φαγητό το οποίο έφυγε για να παραλάβει ο σύζυγός της δεν ήταν τυχαία, αλλά υπολογισμένη να απουσιάζει και να να ολοκληρωθεί το σχέδιο.
“Αυτή η δίκη είναι μια συζήτηση για το σύστημα” – Η αγόρευση Reddington
Ο δικηγόρος υπεράσπισης, Kevin Reddington, παραδέχτηκε ευθέως, από την αρχή, ότι εκείνη προκάλεσε τους θανάτους. Η στρατηγική του είναι διαφορετική: να πείσει τους δώδεκα ενόρκους ότι η Lindsay δεν είναι μια εγκληματίας, αλλά μια ασθενής ανεξέλεγκτης ψύχωσης – και θύμα ενός συστήματος ψυχικής υγείας που την εγκατέλειψε τη στιγμή που τον χρειαζόταν περισσότερο. Η αντιπαράθεση άνοιξε με μια ανταλλαγή που λειτούργησε σχεδόν σαν προμετωπίδα ολόκληρης της δίκης. Η εισαγγελέας είχε ζητήσει από τους ενόρκους να μην αντιμετωπίσουν την υπόθεση σαν ευκαιρία για γενικότερη συζήτηση γύρω από την ψυχική υγεία των γυναικών. Ο Reddington αμέσως, χωρίς περιστροφές παρενέβη: «Αντίθετα, ακριβώς αυτό είναι».
Η φράση αυτή καθόρισε τη γραμμή που ακολούθησε σε όλη την αγόρευσή του. Μαζί με την πελάτισσά του, δικάζεται και ο τρόπος με τον οποίο το σύστημα ψυχιατρικής φροντίδας χειρίστηκε την περίπτωσή της.

Στην δίκη ήδη έχει λάβει μέρος η αντεξέταση της ψυχιάτρου Dr. Jennifer Tufts, η οποία παρακολουθούσε την κατηγορούμενη μέσω τηλεϊατρικών συνεδριών από τον Σεπτέμβριο του 2022 έως και την παραμονή του εγκλήματος. Ο Reddington έθεσε υπό αμφισβήτηση σχεδόν κάθε πτυχή της θεραπείας:
- Την περιορισμένη κλινική εμπειρία της γιατρού – η οποία είχε ολοκληρώσει την ειδικότητά της μόλις τον προηγούμενο Ιούλιο.
- Την επιλογή της να διεξάγει σύντομες online αντί για δια ζώσης παρακολούθηση.
- Την κλινική της ερμηνεία των συμπτωμάτων.
Σε μια κομβική στιγμή, ο συνήγορος επέμεινε σε μια σημείωση του ιατρικού φακέλου όπου η γιατρός είχε καταγράψει ότι η ασθενής «δεν εμφάνιζε υπερδιέγερση αλλά ταχεία ομιλία». Όταν η Tufts επιβεβαίωσε την καταγραφή αλλά διαφώνησε με την ερμηνεία που της απέδιδε ο Reddington, εκείνος αντέτεινε απότομα: «Σε αντίθεση με τη δική σας ερμηνεία;»

Η γενική εικόνα που επιχείρησε να χτίσει ο δικηγόρος ήταν αυτή μιας θεραπεύτριας που λειτουργούσε μηχανικά, ακολουθώντας τυπικές διαδικασίες, ενώ απέναντί της βρισκόταν μια γυναίκα της οποίας η απόγνωση περνούσε απαρατήρητη.
Tο διακύβευμα
Η υπόθεση Clancy έχει εξελιχθεί σε μια δημόσια συζήτηση για τα όρια της ποινικής ευθύνης. Το νομικό ζήτημα που καλούνται να κρίνουν οι ένορκοι δεν αφορά πλέον στο αν η Lindsay Clancy προκάλεσε τον θάνατο των παιδιών της – αυτό δεν αμφισβητείται από καμία πλευρά. Το ερώτημα είναι αν, τη στιγμή της πράξης, η ψύχωσή της ήταν τόσο βαθιά ώστε να της στερήσει την ικανότητα να διακρίνει το σωστό από το λάθος.
Η εισαγγελία επιμένει πως όχι. Η υπεράσπιση επιχειρεί να πείσει το δικαστήριο για το αντίθετο: ότι απέναντί τους δεν έχουν μια δολοφόνο, αλλά μια βαριά άρρωστη γυναίκα, την οποία το ίδιο το σύστημα που όφειλε να την προστατεύσει, τελικά, την εγκατέλειψε.
Η απόφαση των ενόρκων θα καθορίσει αν η 36χρονη γυναίκα θα περάσει το υπόλοιπο της ζωής της σε ψυχιατρικό ίδρυμα ή σε φυλακή υψίστης ασφαλείας.
Σοφία Σπυριδωνίδου

