H διοίκηση των «αρίστων» στο πανεπιστήμιο: ένας απολογισμός

Τα προβλήματα και τα μειονεκτήματα του νέου μοντέλου διοίκησης που συνεπαγόταν ο νόμος 4957/2022, γνωστός και ως «Νόμος Κεραμέως», είχαν εξαρχής επισημανθεί από πανεπιστημιακές συνδικαλιστικές και πολιτικές κινήσεις (κι από τη δική μας): υπερεξουσίες του πρύτανη και συγκεντρωτική λειτουργία των πρυτανικών αρχών, αντιφατικός ρόλος του συμβουλίου διοίκησης ως οργάνου λήψης αποφάσεων και συνάμα ελέγχου των πρυτανικών αρχών, έλλειψη διαφάνειας στις αποφάσεις, διακρίσεις εις βάρος των υφισταμένων και άμεσος κυβερνητικός έλεγχος. Όλα αυτά συγκροτούν έναν αντιδημοκρατικό τρόπο διοίκησης που καλλιεργεί αυταρχισμό και διαφθορά, ενώ καταργεί ουσιαστικά το αυτοδιοίκητο του πανεπιστημίου. Το τυπικά δημόσιο πανεπιστήμιο, εν όψει της ιδιωτικοποίησής του, καθυποτάσσεται σε διαπλεκόμενα συμφέροντα επιχειρηματιών και πολιτικών, ενώ οι ερευνητικές κι εκπαιδευτικές του λειτουργίες στρεβλώνονται κι ατροφούν.

Η εφαρμογή του νόμου δυστυχώς επιβεβαίωσε πολλαπλά τις προειδοποιήσεις μας: αδιαφανής τρόπος διαχείρισης κονδυλίων, απειλές για ποινικές διώξεις όσων εκφράζουν διαφωνίες ή κριτική για τον τρόπο διοίκησης, παρασκηνιακές συναλλαγές για τον έλεγχο συμβουλίων διοίκησης κ.ο.κ. Όλα αυτά αποτελούν πλέον κανόνα στα ανώτατα εκπαιδευτικά ιδρύματα της χώρας.
Ακόμα χειρότερα, το συγκεκριμένο μοντέλο μεταφέρεται κάθετα και στα άλλα όργανα διοίκησης, μέχρι και τη διοίκηση των πανεπιστημιακών τμημάτων και τις γενικές συνελεύσεις. Καταγράφονται ολοένα περισσότερα περιστατικά διαπλοκής, εκβιασμών και απειλών από μέρους προέδρων, κοσμητόρων ή κάθε λογής αμυντόρων της νέας αυταρχικής και επιχειρηματικής κανονικότητας εις βάρος συναδέλφων – ιδιαίτερα εις βάρος όσων βρίσκονται σε χαμηλές βαθμίδες και περισσότερο ευάλωτες θέσεις εργασίας. Οι ίδιοι που κραυγάζουν υπέρ της «νομιμότητας» στο πανεπιστήμιο συστηματικά την υπονομεύουν για να εξυπηρετήσουν προσωπικά και πολιτικά τους συμφέροντα, και διώκουν πειθαρχικά και ποινικά διαφωνούντες φοιτητές/τριες κι εργαζομένους.

Οι πρόσφατες δημόσιες διαφωνίες, αντεγκλήσεις και αλληλοκατηγορίες ανάμεσα στις πρυτανικές αρχές και τη μειοψηφία του Συμβουλίου Διοίκησης του ΑΠΘ επιβεβαιώνουν γι’ άλλη μια φορά τους λόγους που πρέπει ν’ απορριφθεί το συγκεκριμένο μοντέλο διοίκησης στα ΑΕΙ. Μειοψηφούντα μέλη του Συμβουλίου Διοίκησης (ανάμεσά τους και ο πρώην πρύτανης Χ. Φείδας, ο οποίος αξιοποίησε προηγουμένως τις ίδιες υπερεξουσίες) καταγγέλλουν μια σειρά από σκανδαλώδεις αποφάσεις των πρυτανικών αρχών: ανέγερση με αδιαφανείς διαδικασίες του Αριστοτέλειου Βιοϊατρικού Κέντρου που υποθηκεύει χρηματοδοτικά το ΑΠΘ για πολλές δεκαετίες, αχρείαστη κατασκευή νέου Γυμναστηρίου (δίπλα στο παλιό) με ασαφείς χρήσεις και ανύπαρκτο έλεγχο, αυξημένη παρακράτηση στα έργα που διαχειρίζεται ο ΕΛΚΕ. Ωστόσο παρασιωπούν την απαράδεκτη εισαγγελική δίωξη εις βάρος συναδέλφων-μελών του ΕΣΔΕΠ που αντιτέθηκαν στον νέο κανονισμό λειτουργίας των φοιτητικών εστιών (άλλο ένα μεγάλο σκάνδαλο της παρούσας διοίκησης).

Τα μειοψηφούντα μέλη μιλούν για «δυσανεξία στην κριτική» και για λήψη «κρίσιμων αποφάσεων για το ΑΠΘ με οριακή πλειοψηφία στο Συμβούλιο Διοίκησης, η οποία προκύπτει κατά βάση από την ψήφο των εξωτερικών μελών του». Καταλήγουν ότι ο «πρύτανης δεν είναι ηγεμόνας και το Συμβούλιο Διοίκησης, κατά τον νόμο, δεν αποτελεί ανακτοβούλιο». Εντούτοις το γράμμα και η φιλοσοφία του νόμου δείχνουν καθαρά ότι, ακόμα κι αν κάποιοι έχουν αγνές προθέσεις, εδώ σφάλλουν. Ο Νόμος Κεραμέως πράγματι μετατρέπει τον πρύτανη σε ελέω κυβερνητικής εξουσίας ηγεμόνα, και το ελεγχόμενο από τον ίδιο Συμβούλιο Διοίκησης σε ανακτοβούλιο. Μάλιστα η αντιδημοκρατική αυτή λογική βραχυκυκλώνει ολοένα περισσότερο τη λειτουργία των πανεπιστημίων.

Για αυτό ακριβώς αντιδράσαμε στον Νόμο Κεραμέως, απείχαμε από τις εκλογές για τα συμβούλια διοίκησης, κι εξακολουθούμε να αγωνιζόμαστε για την κατάργηση αμφοτέρων. Για ένα πανεπιστήμιο αυτόνομο από κυβερνητικές διαταγές και προστατευμένο από τα επιχειρηματικά και προσωπικά συμφέροντα που προσπαθούν να το αλώσουν, για ένα πανεπιστήμιο πραγματικά δημόσιο, δημοκρατικό κι ανοιχτό στην κοινωνία.

Θεσσαλονίκη, 2 Ιουλίου 2026

Μοιραστείτε το άρθρο