«Οι Ζαπατίστας δωρίζουν στην οργάνωση διάσωσης μεταναστ(ρι)ών Open Arms το προϊόν της “απόβασής” τους στο μουσείο Reina Sofía»

μετάφραση-επιμέλεια: clandestina

Η απόκτηση νέων έργων από ένα μουσείο όπως το Reina Sofía (Μαδρίτη) μπορεί να συνιστά μια γραφειοκρατική ανταλλαγή εγγράφων, συναντήσεις συμβούλων και μακροχρόνιες διαπραγματεύσεις μεταξύ δικηγόρων ή μπορεί να προκύπτει από μια ανυπάκοη, συμπαθητική και ιδεαλιστική ανταλλαγή επιστολών και επικοινωνιών, εάν πωλητής είναι ο EZLN και τα χρήματα καταλήγουν σε μια οργάνωση αφιερωμένη στη διάσωση μεταναστ(ρι)ών στη θάλασσα, όπως η Open Arms.

Η Open Arms μόλις ευχαρίστησε τις ζαπατιστικές κοινότητες που επέλεξαν τη συγκεκριμένη οργάνωση για να της παραχωρήσουν το οποιοδήποτε οικονομικό αποτέλεσμα προκύψει από την απόκτηση από το μουσείο της Μαδρίτης τεσσάρων τεχνουργημάτων που μετέφερε η αντιπροσωπεία του EZLN στην Ισπανία, στο ταξίδι με το οποίο θέλησαν να τιμήσουν, με τον δικό τους τρόπο, τα 500 χρόνια από την Κατάκτηση της Αμερικής κάνοντας αντίστροφα το ταξίδι των Ισπανών. Από τα βουνά του νοτιοανατολικού Μεξικού, οι Ζαπατίστας εξηγούν ότι το μουσείο Reina Sofía ξεκίνησε τις διαδικασίες για την απόκτηση κάποιων έργων που φτιάχτηκαν στις ιθαγενικές κοινότητες της Τσιάπας. Το ποσό, που δεν έχει ακόμα καταληχτεί, θα δοθεί στην Open Arms, ανακοινώνουν σε επιστολή τους που κάνει κάθε αγοραστή έργων τέχνης να χάνει το έδαφος κάτω από τα πόδια του. Πιστή στο ύφος του κινήματος, η ανακοίνωση των Ζαπατίστας ήταν μια ισχυρή επιβεβαίωση της αδελφοσύνης μεταξύ των λαών και όσων εργάζονται για τη ζωή. Στο ανακοινωθέν συμπεριλαμβάνεται μια αυθόρμητη και ασεβής αφήγηση, που περιλαμβάνει τη μνήμη της ισπανίδας φεμινίστριας συγγραφέως Almudena Grandes που πέθανε πρόσφατα, τις ταβέρνες της Μαδρίτης και τη μαδριλένικη πύλη της Puerta de Alcala. Οι πιο παραληρηματικές παράγραφοι έχουν να κάνουν με το πώς φαντάζονται οι Ζαπατίστας ότι πρέπει να ήταν η συζήτηση εντός του ισπανικού θεσμικού μουσείου έως ότου οριστικοποιηθεί η «ακατανόητη» αγορά. Η ευχαριστήρια απάντηση από την Open Arms, την περασμένη εβδομάδα, ανακοινώνει ότι η δωρεά θα χρησιμεύσει για να «συνεχιστεί η αποστολή ενός ταξιδιού που δεν τελειώνει ποτέ, ενός ταξιδιού για μια αξιοπρεπή ζωή και για  την υπεράσπιση των δικαιωμάτων όλων των ανθρώπων χωρίς οποιαδήποτε διάκριση».

Τα εν λόγω αντικείμενα είναι τέσσερα κανό-καγιάκ από κέδρο και μαόνι, σκαλισμένα και ζωγραφισμένα με εικόνες που αντιπροσωπεύουν τη μνήμη των λαών Μάγιας, την καθημερινή ζωή στις ιθαγενικές κοινότητες στα καρακόλ (αυτόνομοι δήμοι) της Τσιάπας, στις κοινοτικές οργανώσεις των Ζαπατίστας. Για να οριστικοποιηθεί η συμφωνία, οι Ζαπατίστας έπρεπε να λύσουν κάποια προβλήματα: «Δεν έχουμε νόμιμη ύπαρξη, δηλαδή είμαστε, αλλά δεν υπάρχουμε», για το οποίο κατέφυγαν στη συντροφική γαλικιανή οργάνωση Pallasos en Rebeldia (εξεγερμένοι παλιάτσοι), δηλώνοντας ότι τα έργα ήταν ιδιοκτησία του EZLN, όπως επιβεβαιώνεται από ένα έγγραφο που υπογράφεται σε όλες του τις σελίδες από τον υποδιοικητή Μοϊσές, τον υποδιοικητή Γκαλεάνο, παλαιότερα γνωστό ως σουμπκομαντάντε Μάρκος, ο οποίος, για περισσότερη δόση σουρεαλισμού, συνυπογράφει επίσης «μεταθανάτια» (post mortem).

Η ιστορία του πώς κάποια έργα από τη μεξικάνικη ζούγκλα θα καταλήξουν στις αίθουσες του μουσείου ξεκίνησε τον Απρίλιο του 2021, με το ταξίδι με πλοίο του EZLN από τα βουνά της Τσιάπας στην Ισπανία (…) Σε εκείνο το σκάφος που προσπάθησε να προσομοιώσει μια αντίστροφη κατάκτηση της Αμερικής, υπήρχαν επίσης τέσσερα ξύλινα κανό-καγιάκ, που μετά την άφιξή τους στην ακτή της Γαλικίας, το μουσείο Reina Sofía αποφάσισε να συμπεριλάβει στην έκθεση «Ένας άλλος κόσμος είναι εφικτός». Το ανακοινωθέν των Ζαπατίστας δεν έχει καμία σχέση με τα συμβατικά και περίπλοκα έγγραφα πωλήσεων που χειρίζεται ένα ίδρυμα όπως το μουσείο Reina Sofía. Στην αφήγηση για το πώς σχεδιάστηκε, οι Ζαπατίστας επισημαίνουν: «Όταν μπήκε η σκέψη να δημοπρατηθούν τα καγιάκ (γιατί είμαστε τρελοί, ναι, αλλά όχι τόσο τρελοί ώστε να τα φέρουμε πίσω) εργαζόμενοι στο μουσείο Reina Sofía προσφέρθηκαν να αποκτήσουν τα καγιάκ καθώς και άλλα υλικά», εξηγούν. Το μουσείο δεν έχει κάνει ακόμη κανένα σχόλιο σε ερωτήσεις του Τύπου για τη δοσοληψία με τους Ζαπατίστας.

Στη συνέχεια της ανακοίνωσης υπάρχει μια ευφάνταστη αναπαράσταση των διαβουλεύσεων που, σύμφωνα με τους Ζαπατίστας, πρέπει να διαδραματίστηκαν στο μουσείο για να συμφωνήσει αυτό να αγοράσει τα έργα: «Δεν ξέρουμε, φαντάζομαστε ότι έγινε κάποιου είδους αξιολόγηση. Ειδικοί και μη, αφού ξεπέρασαν την έκπληξη της ανάλυσης των κανό, των σκαλισμάτων και των ζωγραφιών τους, έπρεπε να συστήσουν ή να αποθαρρύνουν την απόκτηση αυτών των παράξενων αντικειμένων που, παρότι προέρχονταν από μακρινά ημερολόγια και γεωγραφικές περιοχές, έλεγαν μια ημιτελή ιστορία. Σαν να ξεκινούσε η αφήγηση με ένα “θα έρθει ο καιρός” και αυτό που ακολουθεί παραμένει σε εκκρεμότητα, γιατί αυτό που διακυβευόταν δεν ήταν η εκδίκηση χωρίς καμία δικαιοσύνη, γιατί δεν ήταν το παρελθόν ο προορισμός του ταξιδιού. Λες και το λιμάνι της άφιξης να ονομαζόταν μέλλον και ζωή (…) παρ’ όλα αυτά και για κάποιον ακατανόητο λόγο, το μουσείο αποφάσισε να αποκτήσει τα έργα».

«Γιατί το έκανε; Άγνωστο. Θα μπορούσε να ήταν για να δείξει συμπάθεια για τον αναχρονιστικό αγώνα για τη ζωή (…) αν πείστηκαν ή όχι οι υπόλοιποι σκεπτικιστές στο μουσείο για την απόκτηση αυτών των αντικειμένων ή όχι, είναι επίσης άγνωστο. Ίσως κάποιος με περισσότερο πραγματισμό να αυτοπαρηγορήθηκε λέγοντας “καλά, έχουμε χώρο για αποθήκευση!” Ίσως κάποιος να τον διέψευσε λέγοντας “Θα αποθηκεύσουμε τον αγώνα για τη ζωή;” Τότε συνέβη αυτό που συνέβη: στο Μουσείο Reina Sofía αποφάσισαν τελικά να αφήσουν σε εκκρεμότητα το αλληγορικό και πραγματικό νόημα των καγιάκ και έστειλαν μια οικονομική πρόταση». «Θα λέγαμε ναι σε οποιοδήποτε ποσό. Ακόμα κι αν μας έλεγαν ότι θα έπρεπε να πληρώσουμε το μουσείο, θα το σκεφτόμασταν. Ευτυχώς για την οικονομία μας, η δεύτερη επιλογή δεν εμφανίστηκε», αναφέρει η ανακοίνωση των ανταρτών.

«Αλλά, παρόλο που ζούμε σε εποχές διαδικτυακών αιτήσεων, κοινωνικών δικτύων και πανδημιών, αυτές οι γραμμές αξίζουν τον κόπο, καθώς αποβλέπουν σε μια συνάντηση μη εικονικής πραγματικότητας, όπου οι εργαζόμενοι/ες στο Εθνικό Μουσείο Τέχνης Reina Sofía θα μας πούνε για τις συζητήσεις που έγιναν (ω, ξέρουμε ότι δεν έγινε έτσι, αλλά εδώ μπαίνει η φαντασία), όπου οι Παλιάτσοι σε Εξέγερση θα μας διηγηθούν την ιστορία που σκαρφίστηκαν για το θέμα και όπου η Open Arms, τιμώντας το όνομά της, θα μας υποδεχτεί με μια ανοιχτή αγκαλιά». Και που μαζί θα καθίσουμε μπροστά στην Γκερνίκα του Πικάσο (…), θα παραλείψουμε τις τουριστικές σέλφις και θα πάμε στην Puerta de Alcala για να καταθέσουμε το λουλούδι που ο αείμνηστος SupMarcos κρατούσε πάντα για την Almudena, μια γυναίκα με το όνομα πολεμίστριας και καθοριστικό επώνυμο [Grandes]. Από εκεί στα μπαρ, γιατί ο αγώνας για τη ζωή απαιτεί να φας κάτι, γιατί ο αγώνας για τη ζωή δεν είναι αυτοπυρπόληση: άλλο πράγμα να πέφτεις αδύναμος και ταλαιπωρημένος και άλλο να το κάνεις με γεμάτη κοιλιά και χαρούμενη καρδιά», καταλήγει.

Όσον αφορά τους λόγους επιλογής της Open Arms, οι Ζαπατίστας αναφέρουν ότι: «Μάθαμε ότι υπάρχουν άνθρωποι που δεν μπορούν να βλέπουν απάνθρωπες πράξεις χωρίς να κάνουν κάτι για να προσπαθήσουν να τις αποτρέψουν ή για να μετριάσουν τα αποτελέσματά τους. Και προέκυψε ότι, από τα βουνά του νοτιοανατολικού Μεξικού, βλέπαμε σκάφη που άφησαν την ακινησία των αποβάθρων και των τουριστικών δρομολογίων και σαλπάριζαν για να σώσουν όσες/ους ναυαγούσαν στις ευρωπαϊκές θάλασσες. Γνωρίζουμε ότι υπάρχουν πολλές οργανώσεις, ομάδες και συλλογικότητες που πραγματοποιούν αυτό το έργο, αλλά μάθαμε για την Open Arms λόγω των κατηγοριών που τους εξαπολύουν οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις που τους κατηγορούν και τους διώκουν για τις ανθρωπιστικές τους πράξεις!».

Σχετικά με αυτό το θέμα, ο Oscar Camps, ιδρυτής της Open Arms, εξήγησε σε άλλη δήλωση ότι τα μέλη της οργάνωσης αισθάνονται πολύ συγκινημένες/οι και τιμημένες/οι από αυτή την αδελφική χειρονομία: «Είναι μια αγκαλιά αλληλεγγύης που, όπως αναγράφεται σε ένα από τα σκαλιστά κέδρινα καγιάκ, είναι μια αγκαλιά ανάμεσα σε ανθρώπους που παλεύουν για τη ζωή, για τη φύση και την ανθρωπότητα. Μια αγκαλιά από τη ζούγκλα της Lacandona στη Μεσόγειο, από τη χώρα των ανυπότακτων, στη θάλασσα των ανυπότακτων», λέει σε ένα άλλο κείμενο γεμάτο εικόνες και αδερφικούς χαιρετισμούς. Εν ολίγοις, μια περίεργη επιστολική ανταλλαγή που ανταποκρίνεται στο ρητό των Ζαπατίστας ότι οι αγκαλιές, τα φιλιά και οι προσβολές πρέπει να δίνονται αυτοπροσώπως.

7 Σεπτεμβρίου 2022, πηγή: https://rivaltimes.com/the-zapatistas-donate-their-landing-at-the-reina-sofia-to-open-arms/

———————-

Ακολουθεί η ευχαριστήρια απάντηση της Open Arms (5 Σεπτεμβρίου 2022, πηγή: https://periodistasunidos.com.mx/2022/09/open-arms-agradece-a-los-zapatistas-solidaridad-y-donacion/ ) και το πρωτότυπο κείμενο με την προσφορά των ζαπατιστικών κοινοτήτων:

———————-

Προς τις ζαπατιστικές κοινότητες, στα βουνά του νοτιοανατολικού Μεξικού

Λάβαμε την επιστολή σας ενώ πλέαμε με το ιστιοφόρο Astral, το πρώτο διασωστικό σκάφος της οργάνωσής μας. Θέλουμε να σας πούμε ότι η υποστηρικτική σας αγκαλιά έφτασε σε εμάς με τους πλανητικούς ανέμους, αυτούς που πνέουν από τα βουνά του νοτιοανατολικού Μεξικού μέχρι τη Μεσόγειο, ανανεώνοντας τον ενθουσιασμό μας και δίνοντας πνοή στα πανιά του πλοίου μας, πανιά που έχουν τόσο δοκιμαστεί σε πολυάριθμες σκληρές αποστολές στα διεθνή ύδατα.

Η κοινότητα της Open Arms αισθάνεται συγκίνηση και τιμή για την αγκαλιά σας: το πλήρωμα, οι εθελοντές, αλλά και οι οικογένειες που αντιστέκονται στην ξηρά, περιμένοντας τις κόρες τους και τους γιους τους, τις συντόφισσες και τους συντρόφους τους, τις αδερφές τους ή τους αδελφούς τους, να επιστρέψουν στο σπίτι χωρίς προβλήματα μετά από κάθε αποστολή στη θάλασσα.

Μετά από ένα δύσκολο καλοκαίρι, τα λόγια σας και η αδελφική σας χειρονομία φέρνουν σε όλους εμάς έναν άνεμο εξέγερσης και αλληλεγγύης, κόντρα στους εμπορικούς ανέμους που πριν από πέντε αιώνες έφεραν τους κατακτητές και τους εμπόρους να περάσουν τον Ατλαντικό και, όπως λένε οι ναυτικοί, ο άνεμος της εξέγερσης και της αλληλεγγύης είναι πάντα ευνοϊκός για τις θαλάσσιες περιπλανήσεις των σκαθαριών, για ταξίδια στη ζωή και για ιστορίες που δεν έχουν ειπωθεί ακόμα, αλλά που ξεκινούν με αγκαλιές και μια μαγική φράση: «Μια φορά κι έναν καιρό».

Εδώ, από το μικρό μας μετερίζι στην ανοιχτή θάλασσα, συνεχίζουμε να αγωνιζόμαστε ενάντια στη σκόπιμη αδράνεια των κυβερνήσεων που είναι υπεύθυνες για τον σχεδιασμό των μεταναστευτικών πολιτικών στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Συνεχίζουμε την προσπάθεια να ξεπεράσουμε τις εκστρατείες ποινικοποίησης, τα fake news και όλα τα γραφειοκρατικά, πολιτικά, μηντιακά και οικονομικά εμπόδια που συντηρούν μια κατάσταση εξαίρεσης όπου τα ανθρωπιστικά σκάφη μπλοκάρονται στα λιμάνια ώστε η Μεσόγειος, με την ανηλεή δύναμή της, να μετατρέπεται στα πιο θανατηφόρα σύνορα στον κόσμο.

Συνεχίζουμε με τις δίκες στο Παλέρμο εναντίον της θανατοπολιτικής της Ευρώπης-Φρούριο και, ενάντια σε όλα, συνεχίζουμε να πλέουμε μαζί με τις συντρόφισσες και τους συντρόφους μας από όλες τις άλλες οργανώσεις που εργάζονται σκληρά για να σταματήσουν τη μετατροπή της Μεσογείου σε έναν μεγάλο ομαδικό τάφο, όπου σχεδόν το 90% των θυμάτων χάνονται κάτω από τα κύματά της χωρίς να αφήνουν ίχνη, με τη συνενοχή των κρατών που κλείνουν τα μάτια σε αυτή την ανθρωπιστική κρίση.

Από το Astral, μια πλωτή Βαβέλ και ένα πλοίο των τρελλών, όπου Καταλανοί, Αργεντινοί, Ιταλοί, Βάσκοι, Κολομβιανοί, Καστιγιάνοι, μέλη πληρώματος και εθελόντριες/ές συνυπάρχουν με έναν έλληνα καπετάνιο, με την ανεξάντλητη ποικιλία εθνικοτήτων και γλωσσών που μιλούν όλοι οι άνθρωποι που μετατρέπουν αυτό το σκάφος σε καταφύγιο, σε «έναν κόσμο όπου χωράνε πολλοί κόσμοι», θέλουμε να ανταποδώσουμε την αγκαλιά σας αλληλεγγύης που χτίζει γέφυρες εκεί που άλλοι χτίζουν τείχη και όπου η γενναιοδωρία χωρίς σύνορα σπέρνει ζωή εκεί όπου άλλοι θερίζουν θάνατο και καταστροφή.

Για τον λόγο αυτό, θα θέλαμε η δωρεά που πρόκειται να λάβουμε, προϊόν των ξύλινων καγιάκ σας, των σκαλισμένων και ζωγραφισμένων με το ελευθεριακό όνειρο και την ελπίδα ενός καλύτερου κόσμου, καθώς και των άλλων ζαπατιστικών τεχνουργημάτων που φέρατε μαζί σας με το πλοίο «La Montaña» («Το Βουνό») στο Ταξίδι για τη ζωή, να χρησιμεύει για να αγοραστεί ένα νέο ταχύπλοο φουσκωτό για το Astral και έτσι να συνεχιστεί η αποστολή ενός ταξιδιού που δεν τελειώνει ποτέ, ενός ταξιδιού για μια αξιοπρεπή ζωή και για την υπεράσπιση των δικαιωμάτων όλων των ανθρώπων χωρίς οποιαδήποτε διάκριση.

Σας ευχαριστούμε για αυτήν την εγκάρδια αγκαλιά που, όπως αναγράφεται σε ένα από τα σκαλιστά κέδρινα καγιάκ σας, είναι μια αγκαλιά ανάμεσα σε ανθρώπους που παλεύουν για τη ζωή, τη φύση και την ανθρωπότητα, ελπίζοντας ότι αυτή η χειρονομία είναι μόνο η αρχή ενός νέου μονοπατιού που θα πρέπει να διανύσουμε και να πλοηγηθούμε μαζί, ως μέρος αυτής της μεγάλης συλλογικής καρδιάς που χτυπά πέρα από όλα τα σύνορα.

Και ναι, εκκρεμεί το να συναντηθούμε με ανοιχτές αγκάλες. Προς το παρόν, δεχτείτε από εμάς αυτή την αγκαλιά με τον ιδρώτα και το αλάτι της θάλασσας, καθώς καταφέρνουμε να ξεπεράσουμε τις γεωγραφικές διαφορές για να δώσουμε στον Don Durito το σωσίβιό του, έναν ασύρματο και το μικρό του κράνος διάσωσης, για να έρθει μαζί μας στις αποστολές του Astral, να μας αφηγηθεί τις ιστορίες της εξεγερμένης αξιοπρέπειας των ζαπατιστικών καρακόλ και να ακούσει τις ιστορίες όλων εκείνων των ανθρώπων που σε όλο τον κόσμο διασχίζουν τη στεριά ή τη θάλασσα αναζητώντας μια ζωή άξια να βιωθεί.

Το Ταξίδι μόλις αρχίζει. Μια αγκαλιά από τη Μεσόγειο στη Ζούγκλα της Lacandona, από τη θάλασσα των ανυπότακτων προς τη γη των ανυπότακτων.

Open Arms, από ένα μικρό μετερίζι στην ανοιχτή θάλασσα

———————–

EZLN
ΜΕΞΙΚΟ

Ιούλιος 2022.

Προς:

Το Εθνικό Μουσείο Κέντρο Τέχνης Reina Sofía.
Μαδρίτη, Ισπανία.

Τη μη κυβερνητική οργάνωση «Open Arms».
Στην ανοιχτή θάλασσα, όπως θα έπρεπε.

Την ομάδα «Πολιτιστικός Σύλλογος Διεθνούς Συνεργασίας Εξεγερμένοι Παλιάτσοι (Pallasos en Rebeldia
Όπου κι αν βρίσκονται.

Κυρίες, κύριοι, άλλοες, αδερφές, αδελφοί, αδελφόες:

Γράφουμε αυτή την επιστολή προς τους 3 οργανισμούς, φορείς, ομάδες ή όπως αλλιώς ονομάζονται.

Το νόημα αυτών των επιστολών είναι να ευχαριστήσουμε τους 3, ή τις 3, για τη συμμετοχή τους στο θέμα για το οποίο θα σας μιλήσουμε στη συνέχεια.

—*—

Οι άνθρωποι που εργάζονται στο Museo Nacional Centro de Arte Reina Sofía είχαν την καλοσύνη να εκθέσουν, σε μία από τις αίθουσές του, 6 έργα φτιαγμένα από αυτόχθονες ζαπατίστας, με ρίζες Μάγιας, που ζουν στην Τσιάπας του Μεξικού. Αυτό συνέβη στο πλαίσιο του πρώτου σταδίου του Ταξιδιού για τη Ζωή που πραγματοποιούν και θα πραγματοποιήσουν οι ζαπατιστικοί λαοί σε όλες τις πέντε ηπείρους. Στο λεγόμενο «Κεφάλαιο Ευρώπη» αυτής της ανοησίας των ζαπατίστας, μια πρώτη αντιπροσωπεία των ζαπατίστας (4 γυναίκες, 2 άνδρες και μιαένας άλλοη) διέσχισαν τον Ατλαντικό με ένα βουνό και αποβιβάστηκαν στην ακτή της Γαλικίας, στην Ιβηρική Χερσόνησο.

Εκτός από τον σπόρο του αγώνα για τη ζωή, η Μοίρα 421, η ναυτική αποστολή, μετέφερε αυτά τα έργα που αργότερα και με την παρουσία της αερομεταφερόμενης ζαπατιστικής αποστολής «Η Εκτός Εποχής» (La Extemporánea), εκτέθηκαν επίσημα στο μουσείο.

Αργότερα, οι άνθρωποι του μουσείου προσφέρθηκαν να αποκτήσουν τα έργα, ώστε να αποτελέσουν μέρος της πολιτιστικής κληρονομιάς αυτού του ιδρύματος.

Το πρόβλημα είναι ότι οι γηγενείς λαοί είναι «εκτός εποχής», δηλαδή εκτός των καιρών, εκτός χρόνου, ασυμβίβαστοι και, επομένως, δεν έχουμε «νόμιμη» ύπαρξη. Δηλαδή είμαστε, αλλά δεν υπάρχουμε.

—*—

Εδώ μπαίνουν οι κλόουν «pallasos» που φαντάστηκαν μια αταξία (καθώς έπρεπε) και προσφέρθηκαν να γίνουν η νόμιμη «γέφυρα». Και, προφανώς, προέβησαν σε κάποια ad hoc δραστηριότητα.

Με το περίεργο και επίπονο έργο τους να φέρει γέλιο και προβληματισμό και ενώ οι από τα πάνω προσκομίζαν βόμβες και αναπτυξιακά mega-projects, οι Pallasos βρέθηκαν κάποτε στη γη των ζαπατίστας. Θύμισαν σε νέους/ες και μεγάλους/ες ότι παλιότερα, ως αγόρια και κορίτσια, γελούσαν και έπαιζαν με τις ιστορίες και τα παραμύθια τους.

Όταν η «Εκτός Εποχής» (La Extemporánea) περιόδευσε στα ευρωπαϊκά εδάφη, μαζί με καλλιτέχνες που παίζουν μουσική («μουσικάντηδες» ονομάζονται εδώ αυτοί οι καλλιτέχνες ), άφησαν σκηνές και περίπτερα και, με μια άνευ όρων γενναιοδωρία, ανέλαβαν τον ρόλο των σοφέρ και των σοφερίνων, αντιμετώπισαν τα νομικά και ανθρώπινα σύνορα και βρήκαν ακόμα χρόνο για να τραγουδήσουν, να γελάσουν και να χορέψουν.

Με το σκάφος La Montaña να ξεκουράζεται ήδη σε αυτά τα εδάφη, η  Ναυτική Μοίρα 421 και η αερομεταφερόμενη «La Extemporánea» τους θυμούνται με αγάπη.

—*—

Εδώ και καιρό παρακολουθούμε σε μακρινή γεωγραφία -αλλά όχι σε μακρινό ημερολόγιο- τη διαδρομή του πόνου και της οδύνης που διανύουν οι μετανάστ(ρι)ες όταν, προσπαθώντας να ξεφύγουν από ένα πεπρωμένο θανάτου και καταστροφής, τολμούν να διασχίσουν τη θάλασσα για να φτάσουν στα ευρωπαϊκά εδάφη.

Ναι, αλήθεια, όχι μόνο στα ευρωπαϊκά, αλλά τώρα είμαστε στο κεφάλαιο «Ευρώπη».

Μάθαμε επίσης πως, για καλή μας τύχη, ό,τι υπάρχει δεν είναι μόνο κοινωνικά δίκτυα, εικονικές εφαρμογές, μεγάλα έργα, πόλεμοι, γυναικοκτονίες, λεηλασίες και τα μακρά και βαθιά και-τα-λοιπά του συστήματος. Υπάρχουν και άνθρωποι. Έτσι μάθαμε ότι υπάρχουν άνθρωποι που δεν μπορούν να βλέπουν απάνθρωπες πράξεις χωρίς να κάνουν κάτι για να προσπαθήσουν να τις αποτρέψουν ή για να μετριάσουν τα αποτελέσματά τους. Και προέκυψε ότι, από τα βουνά του νοτιοανατολικού Μεξικού, βλέπαμε σκάφη που άφησαν την ακινησία των αποβάθρων και των τουριστικών δρομολογίων και σαλπάριζαν για να σώσουν όσες/ους ναυαγούσαν στις ευρωπαϊκές θάλασσες.

Γνωρίζουμε ότι υπάρχουν πολλές οργανώσεις, ομάδες και συλλογικότητες που πραγματοποιούν αυτό το έργο, αλλά μάθαμε για την Open Arms λόγω των κατηγοριών που τους εξαπολύουν οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις που τους κατηγορούν και τους διώκουν για… ανθρωπιστικές πράξεις!

Εξετάσαμε φωτογραφίες, βίντεο, διαβάσαμε έγγραφα, ειδήσεις, αγωγές και μηνύσεις. Και στο φόντο, οι μετανάστ(ρι)ες που πεθαίνουν αναζητώντας τη ζωή.

Όταν το Ταξίδι για τη Ζωή ήταν απλώς ένα ημιτελές ντελίριο (και είναι ακόμα παραλήρημα και είναι ακόμα ημιτελές, αλλά έχουμε ήδη ξεκινήσει), επικοινωνήσαμε με την Open Arms, αναζητώντας ένα πλοίο. Δεν μπορούσαν να μας βοηθήσουν, γιατί είχαν νομικά ζητήματα να επιλύσουν. Κάποια κακή κυβέρνηση (από αυτές που αφθονούν σε γεωγραφίες όχι μόνο ευρωπαϊκές), τους είχε μηνύσει… γιατί έσωσαν ζωές «μη Ευρωπαίων».

—*—

Αυτά που ακολούθησαν (και γι’ αυτό είστε οι 3 αποδέκτ(ρι)ες αυτής της επιστολής), περιγράφονται αναλυτικά ως εξής:

Ι.- Περί των Έργων.

.- Τα πολιτιστικά έργα είναι ποικίλα και αντιστοιχούν σε διαφορετικά ημερολόγια:

.- 3 «καγιούκος», ή κανό, σκαλισμένα σε ξύλο και με εικόνες που αναφέρονται στους προγόνους Μάγιας και στον σημερινό αγώνα των ζαπατιστικών κοινοτήτων για ζωή. Κατασκευάστηκαν το έτος 2021 (Ιανουάριος έως Μάρτιος του ίδιου έτους -αν και η ιδέα είχε γεννηθεί στις πρωινές ώρες του Δεκέμβρη-), την παραμονή της έναρξης του λεγόμενου Ταξιδιού για τη Ζωή. Θα υπάρξει εκτενέστερη αναφορά στη συνέχεια για αυτά τα πλεούμενα.

– Ένα πολύχρωμο κέντημα σε βαμβακερό ύφασμα κουβέρτας, με τη μορφή της Λερναίας Ύδρας του Καπιταλισμού. Μάλλον, με την απεικόνιση αυτού που καταλαβαίνει και φαντάζεται ο δημιουργός της για το καπιταλιστικό σύστημα. Όταν είπαν στον δημιουργό της ότι η εικόνα ήταν -το λιγότερο- πολύ άσχημη, απάντησε προκλητικά «ούτε το καπιταλιστικό σύστημα είναι όμορφο». Τέλος της κριτικής των  εικαστικών τεχνών. Αυτό το κέντημα έγινε για το πρώτο φεστιβάλ CompArte, που πραγματοποιήθηκε στα διάφορα ζαπατιστικά καρακόλ το 2016. Το CompArte είναι ένα είδος καλλιτεχνικού-πολιτιστικού φεστιβάλ που περιλαμβάνει μουσική, τραγούδι, χορό, θέατρο, κινηματογράφο, ζωγραφική, κέντημα, ξυλογλυπτική κ.λπ. Συμμετέχουν αυτόχθονες ζαπατίστας και προσκεκλημένοι/ες καλλιτέχνιδες και καλλιτέχνες από το Μεξικό και άλλες χώρες. Ανεστάλη λόγω της Πανδημίας το 2020.

– Ένας πίνακας σε βαμβακερό ύφασμα κουβέρτας, με τον τίτλο «Η Αυτονομία», που έγινε επίσης το 2016 για το CompArte εκείνης της χρονιάς. Φτιαγμένο από έναν ζαπατίστα με ρίζες Μάγιας από την περιοχή Tzotz Choj, αντιπροσωπεύει τη διαδικασία οικοδόμησης της αυτονομίας στην περιοχή του.

.- Ένα βίντεο ντοκιμαντέρ, με τίτλο «Ο πυλώνας της Αυτονομίας και η ζωή των συμμετεχόντων» που πραγματοποιήθηκε από μια ομάδα ιθαγενών νέων ζαπατίστας γνωστών ως “Los Tercios Compas” (η ιστορία αυτού του ονόματος βρίσκεται σε μια από τις ιστορίες του αείμνηστου SupMarcos). Είναι το προϊόν μιας ερευνητικής εργασίας σχετικά με τις συνθήκες διαβίωσης ζαπατίστας και μη-ζαπατίστας στην περιοχή Tzotzil του Los Altos de Chiapas, στο Μεξικό. Παρουσιάστηκε στο δεύτερο κινηματογραφικό φεστιβάλ «Puy Ta Cuxlejatik» (που σημαίνει κάτι σαν «καρακόλ για τη ζωή»). Αυτό το φεστιβάλ κινηματογράφου, το οποίο πραγματοποιήθηκαν δύο χρονιές (2018 και 2019), ανεστάλη ως αποτέλεσμα της πανδημίας του COVID και περιλάμβανε ντοκιμαντέρ που έγιναν από ιθαγενείς νέες και νέους με ρίζες Μάγιας (που μιλάνε Tzeltal, Tzotzil, Tojolabal, Cho’ol, Zoque και Mame) των διαφορετικών καρακόλ που συνθέτουν τη γεωγραφία των ζαπατίστας στα βουνά του νοτιοανατολικού Μεξικού. Συμμετείχαν επίσης ταινίες, ντοκιμαντέρ και κινούμενα σχέδια από άλλα μέρη του κόσμου, καθώς και ορισμένοιες σκηνοθέτ(ρι)ες, παραγωγοίες και ηθοποιοί/ές.

Καταναλώθηκαν τόνοι ποπ κορν με καυτερή σάλτσα. Αυτό πρέπει να επισημανθεί, γιατί ο κινηματογράφος χωρίς ποπ κορν είναι σαν ένα μουσείο κέρινων ομοιωμάτων για την πλανητική υπερθέρμανση, σαν ένας κλόουν κυκλοθυμικός και κυνικός ή σαν ένα πλοίο χωρίς την αγκαλιά της θάλασσας.

—*—

Όλη αυτήν την αναφορά την καταθέτουμε ως «πιστοποιητικό γνησιότητας». Γνωρίζουμε ότι αυτή η επιστολή δεν είναι πολύ σοβαρή και μακράν απέχει από κάθε διοικητική αυστηρότητα, αλλά, για να λύσουμε αυτήν την έλλειψη, επισυνάψαμε κάτι πιο σοβαρό και βαρετό με τις λεπτομέρειες της υπόθεσης και για το κάθε τι.

Ένα έγγραφο με σφραγίδες και υπογραφές ενός συμβουλίου καλής διακυβέρνησης. Εν ολίγοις, όλα πολύ σοβαρά και τυπικά (και βαρετά), αλλά θα σταθεί επιτυχώς σε κάθε μεταγενέστερη πιθανή αγωγή στο όποιο δικαστήριο.

—*—

Τα καγιούκος.

Είναι ένα συλλογικό έργο. Στις κοινότητες, οι βάσεις στήριξης συγκέντρωσαν τα υλικά, ξύλο από κέδρο και μαόνι. Οι εξεγερμένοι/ες επινόησαν χάραξαν και ζωγράφισαν τις εικόνες. Μια ομάδα κοριτσιών και αγοριών, μεταξύ 6 και 11 ετών, σχεδίασαν και ζωγράφισαν ένα από τα κανό και μια άλλη ομάδα ενηλίκων ζωγράφων εικονογράφησαν τα άλλα.

Όταν τελείωσαν, δεν είχαμε βρει ακόμα σκάφος για να διασχίσει τη θάλασσα προς την Ευρώπη. Αυτό όμως που μας ανησυχούσε ήταν πώς θα φτάσουν τα κανό στην Ευρώπη.

Μετά, επιτέλους, βρέθηκε ένα πλοίο που το ονομάσαμε «το Βουνό» (La Montaña). Στην ιστοσελίδα  Enlace Zapatista υπάρχει μια καταχώριση που αφηγείται αυτήν την ιστορία. Αν και αυτός που μιλάει είναι ένα σκαθάρι με αέρα πειρατή, η εκδοχή του δεν απέχει πολύ από αυτό που πραγματικά συνέβη. Έτσι λύθηκε το πρόβλημα της αποστολής των κανό. Για τη ναυτική αντιπροσωπεία το πρόβλημα είχε ήδη λυθεί από πιο πριν, καθώς σκεφτόμασταν να τους βάλουμε κρυφά ως λαθρεπιβάτες σε κάποιο σκάφος.

Η μεταφορά των κανό στη La Montaña είχε διπλό σκοπό: αφενός να εκτελέσει τον ρόλο μιας υπηρεσίας μεταφοράς δεμάτων για τη μετακίνησή τους στην Ευρώπη. Από την άλλη, αν διαβάσετε το προφίλ όσων αποτελούσαν τη Μοίρα 421, θα καταλάβετε ότι η μοναδική τους εμπειρία στη ναυσιπλοΐα ήταν το κανό σε ποτάμια και λιμνοθάλασσες. Σε περίπτωση ναυαγίου, το πλήρωμα θα ένιωθε πιο ασφαλές…και πιο χαρούμενο. Γιατί ακόμα και στις ατυχίες είναι σημαντικό να χαμογελάς και όπως θα έλεγε η Marijose να μην χάνεις το στυλ, το glamour.

Το ταξίδι μέχρι το λιμάνι αναχώρησης ήταν επικίνδυνο. Μεταξύ των απαραίτητων στάσεων και της πάκτωσης με τα απαραίτητα μέτρα για να μην πέσουν από τα οχήματα (διαρκής απειλή σε όλη τη διαδρομή) και της σύγχυσης στα στρατιωτικά και αστυνομικά σημεία ελέγχου, όπου η εικόνα πολλών οχημάτων που κουβαλούσαν αυτά τα κανό στην οροφή τους δεν θα μπορούσε να είναι τίποτα λιγότερο από… ζαπατίστικη.

Ποιος θα σκεφτόταν να δημιουργήσει σκάφη στη ζούγκλα για να τα μεταφέρει στην ανοιχτή θάλασσα; Η απάντηση δόθηκε από έναν αξιωματικό σε ένα από τα στρατιωτικά σημεία ελέγχου: όταν οι στρατιώτες του δίστασαν να σταματήσουν τα οχήματα και να ελέγξουν αυτό το περίεργο φορτίο, τους είπε: «ε, ζαπατίστας είναι», λίγο ως εξήγηση αλλά πιο πολύ με παραίτηση.

Κατά τη διαδρομή, τραβούσαν φωτογραφίες της παράξενης συνοδείας, εικόνες που θα ανέβαιναν σε κάποιο κοινωνικό δίκτυο με τον τίτλο «αυτά συμβαίνουν μόνο στο Μεξικό». Όσοι όμως είχαν διαβάσει για την παραληρηματική ιδέα κατάλαβαιναν ότι επρόκειτο για την εκπλήρωση μιας προφητείας: «ένα βουνό στην ανοιχτή θάλασσα».

Φτάνοντας στα εδάφη της Γαλικίας, στην Ιβηρική Χερσόνησο, ένα από τα κανό δωρήθηκε στο επαγγελματικό πλήρωμα του «La Montaña», το κανό που αντιπροσώπευε τα παιδιά ζαπατίστας, που είναι ένας άλλος τρόπος να πούμε «το μέλλον».

Τα υπόλοιπα, μαζί με άλλα δείγματα ζαπατιστικής «τέχνης», έγιναν δεκτά με ευγένεια από τους υπεύθυνους του Εθνικού Μουσείου Κέντρου Τεχνών Reina Sofía. Αυτό το μουσείο κηλιδώθηκε ανεπιτυχώς από μια βιαστική επίσκεψη των ηγετών του ΝΑΤΟ, που υπόσχονταν περισσότερα όπλα για να ταΐσουν το θηρίο του πολέμου στην Ουκρανία. Στην πραγματικότητα, εκτυλίχθηκε το εξής παράδοξο: από τη μια η αποφασιστικότητα του ΝΑΤΟ για θάνατο και καταστροφή -με τις μεγάλες εταιρείες όπλων του να επιζητούν να καταστρέψουν (περισσότερο) τον πλανήτη-, σε αντίθεση με τα εύθραυστα κανό που είχαν επιτύχει το θαλάσσιο κατόρθωμα να διασχίσουν τον Ατλαντικό Ωκεανό ενάντια στην ιστορία, τη λογική και το κοινό αίσθημα.

Και αυτό το παραλήρημα υλοποιήθηκε σε μια από τις αίθουσες του μουσείου, με ένα ανατρεπτικό και ανησυχητικό μήνυμα: τον αγώνα για τη ζωή. Όταν η μόδα είναι να σκοτώνεις και να καταστρέφεις, είναι ακόμα «ανώμαλο» να επιδιώκεις να ζεις και να δημιουργείς.

Όταν μπήκε η σκέψη να δημοπρατηθούν τα καγιάκ (γιατί είμαστε τρελοί, ναι, αλλά όχι τόσο τρελοί ώστε να τα φέρουμε πίσω) εργαζόμενοι στο μουσείο Reina Sofía προσφέρθηκαν να τα αποκτήσουν -όπως και το υπολοιπο υλικό-.

Δεν ξέρουμε, φαντάζομαστε ότι έγινε κάποιου είδους αξιολόγηση. Ειδικοί και μη, αφού ξεπέρασαν την έκπληξη της ανάλυσης των κανό, των σκαλισμάτων και των ζωγραφιών τους, έπρεπε να συστήσουν ή να αποθαρρύνουν την απόκτηση αυτών των παράξενων αντικειμένων που, παρότι προέρχονταν από μακρινά ημερολόγια και γεωγραφικές περιοχές, έλεγαν μια ημιτελή ιστορία.

Σαν να ξεκινούσε η αφήγηση με ένα “θα έρθει ο καιρός” και αυτό που ακολουθεί παραμένει σε εκκρεμότητα, γιατί αυτό που διακυβευόταν δεν ήταν η εκδίκηση χωρίς καμία δικαιοσύνη, γιατί δεν ήταν το παρελθόν ο προορισμός του ταξιδιού. Λες και το λιμάνι της άφιξης να ονομαζόταν «μέλλον και ζωή».

«Ό,τι λείπει, λείπει», έλεγε ο αείμνηστος SupMarcos και για κάποιο ακατανόητο λόγο το μουσείο αποφάσισε να αποκτήσει τα έργα.

Γιατί το έκανε; Άγνωστο. Θα μπορούσε να είναι για να δείξει τη συμπάθειά του για τον αναχρονιστικό αγώνα για ζωή, ή επειδή κάποιος πρότεινε «αυτό δεν αντιπροσωπεύει το τέλος ενός ταξιδιού, αλλά απλώς ένα στάδιο, τον παραλογισμό του να ταξιδεύεις με την ιστορία του παρελθόντος και του μέλλοντος ως επιβάτες….. όπως αυτό το μουσείο… Δεν ξέρω, αλλά νομίζω ότι θα συμφωνήσετε μαζί μου πως θα είναι ενδιαφέρον να δούμε τι θα ακολουθήσει».

Το αν πείστηκαν ή όχι οι υπόλοιποι σκεπτικιστές στο μουσείο για την απόκτηση αυτών των αντικειμένων ή όχι, είναι επίσης άγνωστο. Ίσως κάποιος με περισσότερο πραγματισμό να αυτοπαρηγορήθηκε λέγοντας «καλά, έχουμε χώρο για αποθήκευση!» Ίσως κάποιος να τον διέψευσε λέγοντας «Θα αποθηκεύσουμε τον αγώνα για τη ζωή;»

Ίσως η συζήτηση συνεχίστηκε στο καφέ, σε μια κουβέντα μετά το φαγητό. Η συζήτηση θερμάνθηκε, προκλήσεις εκστομίστηκαν, βγήκαν στυλό και οδοντογλυφίδες (θα ήταν υπερβολή να φτάναμε σε σπαθιά, στιλέτα και μαχαίρια), αμφισβητήθηκαν κοσμογονίες, πεποιθήσεις και δόγματα. Και, φυσικά, τα κινητά τηλέφωνα που το τεκμηριώναν για τους επόμενους, δηλαδή για τα κοινωνικά δίκτυα.

Δεν υπήρξε ανακωχή, οι πλευρές αντιμετώπισαν η μία την άλλη με αυταπάρνηση και αποφασιστικό θάρρος, εμφανίστηκαν λαμπρά επιχειρήματα και κακόγουστα αστεία, παλιές φιλίες πήγαν στον κάδο των σκουπιδιών και προέκυψαν άλλες που ήταν απόδειξη καταιγίδων και ναυαγίων. Σίγουρα υπήρξαν παρεξηγήσεις και, ίσως, έρωτες.

Δηλαδή: ζωή.

Σίγουρα το θέμα θα είχε συνεχιστεί μέχρι σήμερα και ακόμα παραπέρα, αλλά κάποιος θυμήθηκε ότι ο προϋπολογισμός έπρεπε να παρουσιαστεί εγκαίρως και ότι η συζήτηση ήταν νόστιμη και ενδιαφέρουσα, αλλά έπρεπε να εξασφαλιστεί η έγκριση των ζαπατιστικών λαών (πρωταρχικών δημιουργών αυτού του χάους) και, ακολουθώντας την παράδοση της πατρωνίας, έπρεπε να προσφερθεί ένα ορισμένο ποσό. Υπήρχε η πιθανότητα οι ζαπατιστικές κοινότητες απλώς να δωρίσουν τις «βάρκες» και τα άλλα έργα, αλλά, για να αποφευχθούν μελλοντικά νομικά προβλήματα, πέρα από μεγάλες και βαρετές συνεδριάσεις σε δικαστήρια, το καλύτερο ήταν να προταθεί κάτι επίσημο.

Αρχικά, είχαμε σκεφτεί να δωρίσουμε τα σκάφη σε μια από τις οργανώσεις, ομάδες ή συλλογικότητες που υποστηρίζουν μετανάστ(ρι)ες που τολμούν να διασχίσουν τη θάλασσα, ξεφεύγοντας από τη βία, την αδικία και τον τρόμο. Μας είχαν αφηγηθεί τρομερές και υπέροχες ιστορίες διάσωσης και άρνησης αποβίβασης από τις αλαζονικές ευρωπαϊκές αρχές. Αρνήσεις που αποτελούσαν επιπρόσθετες δυσκολίες στα όχι λίγα ούτε μικρά προβλήματα που αντιμετωπίζουν όσοι/ες βάζουν το σώμα, την ψυχή και το καράβι τους, για να σώσουν όσες/ους μεταναστεύουν μέσω της θάλασσας.

Τότε σκεφτήκαμε ότι, λοιπόν, τα κανό τα φτιάξαμε εμείς και φυσικά είμαστε περήφανοι για αυτά. Δοκιμάστηκαν εδώ, σε λίμνες και ποτάμια. Όμως, από πρακτική άποψη, δεν ξέρουμε αν θα κατάφερναν να τα βγάλουν πέρα στη Βόρεια Θάλασσα ή στη Μεσόγειο. Και δεν έχουν και χώρο για πολύ κόσμο. Μεταξύ του πλοηγού και του καπετάνιου, υπάρχει χώρος για δύο ή τρεις ακόμη, και αυτό στο μεγαλύτερο κανό.

Θα μπορούσαν να τα δημοπρατήσουν. Αλλά δεν θα ήταν δίκαιο να φορτώσουμε τις οργανώσεις διάσωσης με περισσότερη δουλειά, εκτός από την αντιμετώπιση νομικών και παράνομων διώξεων από τις ευρωπαϊκές κυβερνήσεις, να υποστούν κι ένα από εκείνα τα ξύλινα σφυριά που το χτύπημα τους θα συνόδευε τη φράση «το αντικείμενο πουλήθηκε στον αγοραστή με την ετικέτα 7 για το ποσό των x ευρώ». Σε κάθε περίπτωση, είχαμε χαράξει ένα σφυρί από εδώ και είχε ήδη συνοδεύσει τα κανό στο θαλάσσιο ταξίδι τους.

Εν ολίγοις, πρόθεσή μας δεν ήταν να προκαλέσουμε προβλήματα, αλλά να δείξουμε, έστω και συμβολικά, τη συμπάθειά μας για τη δέσμευσή τους… για τη ζωή.

Ξέρουμε καλά ότι υπάρχουν αγκαλιές σε αγκαλιές. Και παρόλο που το να στείλεις μια αγκαλιά σε ξύλινα έργα σκαλισμένα και ζωγραφισμένα από χέρια ιθαγενών μπορεί να φαίνεται παράλογο, αλλά, υπάρχει παράλογο που να λείπει από τον ζαπατισμό;

Τότε συνέβη αυτό που συνέβη: στο Μουσείο Reina Sofía αποφάσισαν τελικά να αφήσουν σε εκκρεμότητα το αλληγορικό και πραγματικό νόημα των καγιάκ που φτιάχτηκαν για να πλοηγηθούν στην αντίθετη κατεύθυνση της ιστορίας, επικράτησε νομική και οικονομική λογική και έστειλαν μια οικονομική πρόταση.

Θα λέγαμε ναι σε οποιοδήποτε ποσό. Ακόμα κι αν μας έλεγαν ότι θα έπρεπε να πληρώσουμε το μουσείο, θα το σκεφτόμασταν. Ευτυχώς για την οικονομία μας, η δεύτερη επιλογή δεν εμφανίστηκε.

Δεν ξέρουμε αν θα είναι λίγα ή πολλά χρήματα. Πιστεύουμε ότι όσοι/ες εργάζονται στο Κέντρο Τέχνης Reina Sofía, όσες/οι αγωνίζονται στην Open Arms και όσες/οι καταλαβαίνουν ότι ο αγώνας για τη ζωή έχει επίσης να κάνει με το γέλιο, το τραγούδι και την αφήγηση ιστοριών από εξεγερμένους παλιάτσους, καταλαβαίνουν τι συμβολίζει όλη αυτή η ιστορία.

Και πιστεύουμε επίσης ότι ο καθένας στη γεωγραφία του και στο ημερολόγιό του καταλαβαίνει ότι όλη αυτή η χαρτούρα, το πηγαινέλα λόγων και παραλογισμών, επιχειρημάτων και αντιφάσεων, είναι ένας τρόπος για να επιστρέψουμε την αγκαλιά που, ενάντια στις ανακριτικές πρακτικές της κακής κυβέρνησης -που σκοπεύει να βάλει έναν ολόκληρο λαό στο εδώλιο του κατηγορουμένου για πονηρούς και διεστραμμένους υπολογισμούς-, αποστέλουν οι ιθαγενικές κοινότητες των βουνών του νοτιοανατολικού Μεξικού.

Γιατί για εμάς, τους ζαπατιστικούς λαούς, η προσφορά για την απόκτηση των έργων από το Εθνικό Μουσείο ΚέντρουΤέχνης Reina Sofía, η μεσολάβηση των Pallasos en Rebeldía και η υποδοχή της Open Arms είναι αυτό: μια αγκαλιά.

Και αυτές οι γραμμές δεν είναι παρά ένα ευχαριστώ στους 3 για την αγκαλιά που μας δίνουν.

—*—

Ο αείμνηστος SupMarcos έλεγε ότι οι αγκαλιές, τα φιλιά και οι προσβολές πρέπει να δίνονται αυτοπροσώπως. Όμως, παρόλο που ζούμε σε εποχές διαδικτυακών αιτήσεων, κοινωνικών δικτύων και πανδημιών, αυτές οι γραμμές αξίζουν τον κόπο, καθώς αποβλέπουν σε μια συνάντηση μη εικονικής πραγματικότητας, όπου οι εργαζόμενοι/ες στο Εθνικό Μουσείο Τέχνης Reina Sofía θα μας πούνε για τις συζητήσεις που έγιναν (ω, ξέρουμε ότι δεν έγινε έτσι, αλλά εδώ μπαίνει η φαντασία), όπου οι Παλιάτσοι σε Εξέγερση θα μας διηγηθούν την ιστορία που σκαρφίστηκαν για το θέμα και όπου η Open Arms, τιμώντας το όνομά της, θα μας υποδεχτεί με μια ανοιχτή αγκαλιά, έτσι ξεκινούν όλες οι τρομερές και υπέροχες ιστορίες που πρόκειται να γίνουν… στον αγώνα για ζωή.

Και ότι μαζί, όπως οι Τρεις Σωματοφύλακες, οι 4 (Μουσείο, Pallasos, Open Arms και οι ζαπατιστικές κοινότητες), θα καθίσουμε μπροστά στην Γκερνίκα του Πικάσο, θα αποτολμήσουμε να πούμε κάτι σαν «η πρόκληση είναι να ανακαλύψουμε, πίσω από αυτές τις πινελιές, έναν άλλο κόσμο, έναν καλύτερο», θα παραλείψουμε τις τουριστικές σέλφις και θα πάμε στην Puerta de Alcala για να καταθέσουμε το λουλούδι που ο αείμνηστος SupMarcos κρατούσε πάντα για την Almudena, μια γυναίκα με το όνομα πολεμίστριας και καθοριστικό επώνυμο [Grandes].

Από εκεί στα μπαρ, γιατί ο αγώνας για τη ζωή απαιτεί να φας κάτι, γιατί ο αγώνας για τη ζωή δεν είναι αυτοπυρπόληση: «άλλο πράγμα να πέφτεις αδύναμος και ταλαιπωρημένος και άλλο να το κάνεις με γεμάτη κοιλιά και χαρούμενη καρδιά» έλεγε ένας σκαραβαίος με βλέψεις περιπλανώμενου ιππότη.

Και μετά; Λοιπόν, μια πρόποση για τη ζωή. Δηλαδή για τον αγώνα για αυτήν. Γιατί μια πρόποση που δεν συνεπάγεται μια πρόκληση είναι απλώς μια κακή στιγμή, δεν μετράει.

Μετά, θα αφήσουμε τον καθένα και την καθεμία να κάνουν αυτά που κάνουν, γιατί υπάρχει πολύς πόλεμος που καταστρέφει τα πάντα και απομένει πολύ λίγη ζωή που πρέπει να υπερασπιστούμε.

Και έτσι ανθίζουν οι ζωές, γιατί αυτό είναι το ζητούμενο: η σπορά και η καλλιέργεια του υποσχεμένου ανθού.

Για τα υπόλοιπα, θα αναλάβει η συλλογική καρδιά που είμαστε. Γιατί, κάπου μακριά, υπάρχουν γέφυρες που κανείς δεν υποψιάζεται. Το θέμα είναι να τις βρεις και φυσικά να τις διασχίσεις. Γι’ αυτό είναι οι γέφυρες… και η ζωή.

Αυτά. Υγεία και αυτό που είναι εδώ και αυτό που είναι εκεί, να πάψει να είναι από εκεί και από εδώ, και να γίνει, επιτέλους, μια γέφυρα που αψηφά τα ημερολόγια και τις γεωγραφίες.

Από τα βουνά του Νοτιοανατολικού Μεξικού

Subcomandante Insurgente Moisés.   SupGaleano   SupMarcos (μετά θάνατον)

——————————–

Ακολουθεί το πρωτότυπο κείμενο του EZLN

EJÉRCITO ZAPATISTA DE LIBERACIÓN NACIONAL
MÉXICO.

Julio del 2022.

Al: Museo Nacional Centro de Arte Reina Sofía.
Madrid, España.

A la organización no gubernamental “Open Arms”.
Alta mar, como debe de ser.

A la agrupación “Asociación Cultural E de Cooperación Internacional Pallasos en Rebeldia”
Donde quiera que se encuentren.

Damas, caballeros, otroas, hermanas, hermanos, hermanoas:

Les escribimos esta carta a las 3 organizaciones, organismos, agrupaciones, o como se llamen.

El sentido de estas letras es de agradecimiento a las 3, o los 3, por su participación en el tema que les relataremos a continuación.

-*-

Las personas que laboran en el Museo Nacional Centro de Art Reina Sofía tuvieron a bien exponer, en alguna de sus salas, 6 materiales elaborados por indígenas zapatistas de raíz, maya avecindados en Chiapas, México. Esto en el marco de la primera etapa de La Travesía por la Vida que realizan y realizarán los pueblos zapatistas por los cinco continentes. En el llamado “Capitulo Europa” de este despropósito zapatista, una primera delegación de zapatistas (4 mujeres, 2 varones y unoa otroa) atravesaron el Atlántico sobre una montaña y desembarcaron en las costas de Galicia, en la península ibérica.

Además de la semilla de la lucha por la vida, el Escuadrón 421, la delegación marítima, llevaba consigo estos materiales que, luego y con presencia de la delegación zapatista aerotransportada “La Extemporánea”, se presentó formalmente en el museo.

Posteriormente, estas personas del museo, ofrecieron adquirir las piezas para que fueran parte del acervo cultural de esa institución.

El, problema es que los pueblos originarios somos “extemporáneos”, es decir, inoportunos, fuera de tiempo, incómodos, y, por lo mismo, no tenemos existencia “jurídica”. Es decir, somos, pero no existimos.

-*-

Aquí es done entran los payasos “pallasos“, quienes imaginaron una travesura (como debe de ser) y se ofrecieron a ser el “puente” legal. Y, claro, hacer alguna actividad ad hoc.

Con la extraña y extemporánea labor de llevar risas, y reflexión, a done los de arriba llevan bombas y megaproyectos, Pallasos alguna vez ha estado en tierras zapatistas. Les recuerdan jóvenes y adultos que antes, como niños y niñas, rieron y jugaron con sus historias y cuentos.

Cuando la Extemporánea recorrió los territorios europeos, junto a artistas que le hacen a la música (“‘musiqueros” o “musicales”, les dicen acá a estos artistas), dejaron escenarios y templetes y, con generosidad incondicional, le hicieron de choferes y choferas, lidiaron con fronteras legales y humanas, y aún se dieron tiempo para cantar, reír y bailar.

Con La Montaña ya en reposo en estos suelos, el Escuadrón Marítimo 421 y la aerotransportada “La Extemporánea”, les recuerdan con cariño.

-*-

De tiempo atrás hemos seguido desde lejos en la geografía -pero no en el calendario-, la ruta de dolor y sufrimiento que recorren los migrantes cuando, tratando de escapar de un destino de muerte y destrucción, se aventuran a cruzar el mar para llegar a tierras europeas.

Si, cierto, no sólo europeas, pero estamos en el capítulo “Europa”.

También conocimos que, albricias, no todo son redes sociales, aplicaciones virtuales, megaproyectos, guerras, feminicidios, despojos y el largo y profundo etcétera del sistema. También hay gente humana. Fue así como nos enteramos que hay personas que no pueden ver un acto inhumano sin hacer algo para tratar de remediarlo o atenuarlo. Y resulta que, desde las montañas del sureste mexicano, miramos a embarcaciones que dejaban la inmovilidad de muelles y rutas turísticas, y se lanzaban a rescatar a quienes naufragaban en os mares europeos.

Sabemos que son varias las organizaciones, grupos y colectivos que realizan esta labor, pero de “Open Arms” nos enteramos por las demandas que tenían, y tienen, por parte de gobiernos europeos que les acusan de… ¡realizar actos humanitarios!

Miramos fotos, videos, leímos documentos, noticias, demandas y contra demandas. Y, atrás, los migrantes muriendo por buscar la vida.

Cuando la Travesía por la Vida era apenas un delirio inconcluso (sigue siendo un delirio y sigue siendo inconcluso, pero ya empezamos), hicimos contacto con Open Arms en busca de un navío. No les fue posible porque tenían asuntos legales qué resolver. Algún mal gobierno (de ésos que abundan en las geografías no sólo europeas), les puso una demanda… por salvar vidas “no-europeas”.

-*-

Lo que siguió a esto (y que es el motivo por el que ustedes 3 son los destinatarios de esta misiva), es detallado así:

I.- Sobre el Material.

.- El material cultural es diverso y corresponde a calendarios distintos:

.- 3 Cayucos, o canoas, labradas en madera y con imágenes que hacen referencia a los antepasados mayas y la lucha actual de las comunidades zapatistas por la vida. Fueron construidos en el año del 2021 (enero a marzo de ese año -aunque se idearon desde las madrugadas decembrinas-), en vísperas del inicio de la llamada Travesía por la Vida. Ya hablaré más delante de estas embarcaciones.

,- Un bordado multicolor sobre tela de manta de algodón, con la imagen de la Hidra Capitalista. Más bien, con la ilustración de lo que el autor entiende e imagina sobre el sistema capitalista. Cuando se le comentó al diseñador que la imagen era bastante fea -por decir lo menos-, él respondió, desafiante, “acaso es bonita la sistema capitalista”. Fin de la crítica de artes plásticas. Este bordado fue confeccionado para el primer CompArte, celebrado en los diferentes caracoles zapatistas en el año del 2016. Los CompArte son una especie de festivales artístico-culturales que incluyen música, canto, danza, teatro, cine, pintura, bordado, escultura en madera, etcétera. Participan indígenas zapatistas y artistas invitados de México y de otros países. Se suspendieron a raíz de la Pandemia en 2020.

– Una pintura sobre tela de manta de algodón, con et título “La Autonomía”, realizada también en 2016 para el CompArte de ese año. Realizado por un originario zapatista de raíz maya de la zona Tzotz Choj, representa lo que es el proceso de construcción de la autonomía en su zona.

.- Un video documental, titulado “El Pilar de la Autonomía y la vida de los partidistas”. realizado por un grupo de jóvenes indígenas zapatistas conocido como “Los Tercios Compas” (la historia de este nombre puede encontrarse en alguno de los relatos del finado SupMarcos). Es producto de un trabajo de investigación sobre las condiciones de vida de zapatistas y no zapatistas en la zona tzotzil de Los Altos de Chiapas, México. Se presentó en el segundo festival de cine “Puy Ta Cuxlejatik” (que viene siendo algo como “caracol por la vida”). Este festival de cine, del cual se realizaron dos eventos (2018 y 2019), se suspendió a raíz de la pandemia del COVID y participaron documentales realizados por jóvenes indígenas de raíz maya (de las lenguas tzeltal, tzotzil, tojolabal, cho’ol, zoque y mame) de los diferentes caracoles que pueblan la geografía zapatista en las montañas del sureste mexicano. Participaron también películas, documentales y animaciones de otras partes del mundo, así como [email protected] [email protected], [email protected], y actores y actrices.

Se consumieron hartas toneladas de palomitas con salsa picante. Señalo esto porque el cine sin palomitas es como un museo de cera en el sobrecalentamiento global, como un payaso malhumorado y cínico, o como una embarcación sin el abrazo marítimo.

-*-

Ponemos toda esta referencia como “certificado de autenticidad”. Sabemos que estas letras son poco serias y lejanas al rigor administrativo, pero, para solventar esta entable deficiencia, anexamos algo más serio y aburrido con los detalles del caso, o cosa, según.

Un documento con sellos y firmas de una Junta de Buen Gobierno. En fin, todo muy serio y formal (y aburrido), pero que resistirá con éxito cualquier demanda posterior en el tribunal respectivo.

-*-

Los Cayucos.

Se trata de un trabajo conjunto. En los poblados, bases de apoyo consiguieron el material, madera de cedro y caoba. Los insurgentes idearon y labraron las imágenes. Un grupo de niñas y niños, entre los 6 y los 11 años de edad, dibujaron y pintaron uno de los cayucos, y otro grupo de pintores adultos, ilustró los demás.

Cuando estuvieron terminados aún no teníamos una embarcación factible para realizar la travesía marítima a Europa. Pero lo que nos preocupaba era cómo llevar las canoas a Europa.

Luego, al fin se consiguió un barco al que rebautizamos como “la Montaña”. En la página de Enlace Zapatista hay un relato que narra esa historia. Aunque quien cuenta todo es un escarabajo con ínfulas de pirata, su versión no dista mucho de lo que pasó en realidad. Quedó así resulto el problema del envío de los cayucos. El de la delegación marítima ya había sido resuelto antes, pus pensábamos colarles de polizones en alguna embarcación.

El traslado de las canoas en La Montaña tenía un doble propósito: por un lado, ahorrarse el servicio de paquetería que implicaría moverles hasta Europa. Por el otro, bueno, si se lee la semblanza de quienes componían el Escuadrón 421, se entenderá que su única experiencia en navegación era el cayuco en ríos y lagunas. En caso de un naufragio, la tripulación se sentiría más segura… y alegre. Porque aún en las desgracias, importa sonreír y, diría la Marijose, no perder el estilo, el glamur.

El viaje hasta el puerto de salida fue azaroso. Entre los amarres y ajustes necesarios para que no se cayeran de los vehículos (una amenaza a lo largo de todo el camino), y el desconcierto en retenes militares y policiacos, la imagen de varios vehículos llevando en su techo estas canoas no podía ser menos que… zapatista.

¿A quién se le ocurría crear embarcaciones en la selva para lego transportarlas hasta mar abierto? La respuesta la dio un oficial en uno de los retenes militares: cuando su tropa dudaba entre detener los vehículos y revisar esa extraña carga, le dijo a sus soldados: “ésos son zapatistas”, un poco como explicación y otro mucho con resignación.

Quienes toparon en carretera el extraño convoy tomaban fotos que ilustrarán alguna red social bajo el rubro “esto sólo pasa en México”. Pero quienes habían leído sobre la delirante idea, entendieron que se trataba de cumplir una profecía: “una montaña en altamar”.

Ya en las tierras de Galicia, en la península ibérica, se le donó a la tripulación profesional de “La Montaña” uno de los cayucos, el que representaba a la niñez zapatista, que es otra forma de decir “al futuro”.

El resto, junto a otras muestras de “arte” zapatista, fue recibido con benevolencia por quienes se encargan del Museo Nacional Centro de Artes Reina Sofía. A este museo se le trato de desprestigiar, infructuosamente, con la visita apresurada de los líderes de la OTAN, mientras prometían más armas para alimentar a la bestia de la guerra en Ucrania. En realidad, se volvió una paradoja: el empeño de la OTAN por la muerte y la destrucción -con sus grandes empresas armamentistas jugando a destruir (más) el planeta-, en contraposición con las frágiles canoas que habían conseguido la proeza marítima de atravesar el océano Atlántico a contrapelo de la historia, de la lógica y del sentido común.

Y ese delirio, ya materializado en una de las salas del museo, con un mensaje subversivo e inquietante: la lucha por la vida. Cuando la moda es matar y destruir, no deja de ser “anormal” buscar vivir y construir.

Cuando se estaba pensando en subastar las embarcaciones (porque estamos locos, sí, pero no tanto como para traer de vuelta sos cayucos de regreso), quienes trabajan en el Reina Sofía ofrecieron, generosos, adquirir los navíos -además de los otros materiales-.

No sé, me imagino que hubo una especie de evaluación. Especialistas y no especialistas, después de superar la sorpresa de analizar los cayucos, sus labrados y pinturas, debían recomendar o desaconsejar la adquisición de esos extraños artefactos que, no obstante de provenir de lejanos calendarios y geografías, contaban una historia incompleta.

Si, como si la narración empezara con un “Habrá una vez” y quedara pendiente lo que sigue. Como si lo que estuviera en juego no fueran venganzas sin nada de justicia. Como si el pasado no fuera el destino del viaje. Como si el puerto de llegada se llamara “futuro y vida”.

“Falta lo que falta”, dicen que decía el finado SupMarcos, y, por alguna razón incomprensible, el museo decidió adquirir las piezas.

¿Por qué lo hizo? Lo ignoro. Pudo ser por mostrar sus simpatías por la lucha anacrónica por la vida; o porque alguien sugirió “esto representa no el final de una travesía, sino apenas una etapa, el absurdo de navegar con la historia pasada y presente como pasajeras….. como este museo….. no sé, pero creo que estarán de acuerdo conmigo en que será interesante saber qué sigue”.

Si convenció o no al resto de escépticos del museo sobre adquirir o no esas piezas, no lo sé. Tal vez alguien, con más pragmatismo, se consoló diciéndose “bueno, siempre se pueden embodegar”. Tal vez alguien le refutó “¿Vamos a embodegar la lucha por la vida?”

Tal vez la discusión siguió en el café, la sobremesa, la tertulia. Se acaloró el debate, se lanzaron retos, salieron a relucir lapiceros y mondadientes (porque tampoco se trataba de llegar a las espadas, dagas y cuchillos), se desafiaron cosmogonías, credos y dogmas. Y, claro, celulares que documentaran eso para la posteridad, es decir, para las redes sociales.

No hubo tregua, los bandos se enfrentaban con denuedo y resuelta valentía, afloraron argumentos brillantes y chistes de mal gusto, añejas amistades se fueron al bote de la basura y surgieron otras a prueba de tormentas y naufragios. Seguro hubo desamores y, tal vez, amores.

En fin: vida.

Seguramente el asunto hubiera seguido hasta nuestros días y más allá, pero alguien recordó que había que presentar un presupuesto a tiempo, y que estaba sabrosa e interesante la discusión, pero había que obtener el beneplácito de los pueblos zapatistas (autores primarios de este desbarajuste), y que, siguiendo la tradición del mecenazgo, había que ofrecer cierta cantidad. Ella, él o elloa pensaba que los pueblos zapatistas donarían sin más los “barcos” y las otras οbras, pero, previendo sinsabores legales, además de largas y aburridas sesiones en las cortes, lo mejor era acordar algo formal.

Originalmente, nosotros habíamos pensado en donar las embarcaciones a alguna de las organizaciones, grupos o colectivos que apoyan a los migrantes que se aventuran a cruzar el mar, huyendo de la violencia, la injusticia y el terror. Habíamos conocido historias terribles y maravillosas de rescate y negación de desembarco por parte de las soberbias autoridades europeas. También de las no pocas ni pequeñas dificultades que enfrentaban quienes ponían el cuerpo, el alma y la embarcación, para rescatar a esas personas que migraban vía marítima.

Luego pensamos que, bueno, los cayucos los hicimos nosotros y claro que estamos orgullosos de ellos. Se probaron en lagos y ríos de acá. Pero, en sentido práctico, no sabemos si sobrevivirían en el Mar del Norte o en el Mediterráneo. Y tampoco es que quepan muchos. Entre el piloto y el copiloto, habría lugar para dos o tres más, y eso en el cayuco más grande.

También pensamos que ellos los subastaran. Pero no era justo que les diéramos más trabajo. Que, además de lidiar con demandas legales e ilegales de gobiernos europeos, tuvieran que conseguir uno de esos martillos de madera cuyo golpe acompañaría el “vendido a la de la pancarta número 7 por la cantidad de x euros”. En todo caso, hubiéramos labrado desde acá el mentado martillo y hubiera acompañado a las canoas en su travesía marítima.

En fin, que no se trataba de dar problemas, sino de mostrar, así sea simbólicamente, nuestra simpatía por su empeño… por la vida.

Sabemos bien que hay de abrazos a abrazos. Y aunque el mandar un abrazo en madera labrada y pintada por manos indígenas, puede parecer un des propósito, bueno, ¿qué no lo es en el zapatismo?

Entonces pasó lo que pasó: en el Museo Reina Sofía por fin decidieron dejar pendiente la discusión sobre el sentido alegórico y real de los cayucos fabricados para navegar en sentido inverso de la historia; se impuso la cordura legal y financiera, y mandaron una propuesta económica.

Nosotros hubiéramos dicho que si a cualquier cantidad. Incluso si nos hubieran dicho que nosotros tendríamos que pagarle al museo, lo hubiéramos considerado. Afortunadamente para nuestra economía, la segunda opción no apareció.

Ignoramos si es poco o mucho. Creemos que quienes trabajan en el Centro de Arte Reina Sofía, quienes luchan en Open Arms y quienes entienden que la lucha por la vida tiene también qué ver con reír, cantar y contar en Pallasos en Rebeldía, comprenden lo que simboliza todo este barullo.

Y creemos también que, cada quién en su geografía y en su calendario, sabe que todo este papeleo, ir y venir de razones y sinrazones, de argumentos y contradicciones, es una forma de corresponder al abrazo que, a contrapelo de las actitudes inquisitorias del mal gobierno en turno -que pretende poner en el banquillo de los acusados a un pueblo entero por cálculo taimado y perverso-, les mandan las comunidades originarias de las montañas del sureste mexicano.

Porque para nosotros, los pueblos zapatistas, el ofrecimiento de adquisición del Museo Nacional Centro de Arte Reina Sofía, la mediación de Pallasos en Rebeldía, y la recepción de Open Arms, son so: un abrazo.

Y éstas ya alargadas líneas no son sino un agradecimiento a los 3 por el abrazo que nos dan.

-*-

Decía el finado SupMarcos que los abrazos, los besos y los insultos deben darse en persona. Pero, aunque son tiempos de aplicaciones, redes sociales y de pandemia, valgan estas líneas como un propósito de, algún día, encontrarnos en persona presencial física, no virtual, y que quienes trabajan en el Museo Nacional Centro de Arte Reina Sofía nos cuenten de las discusiones que tuvieron (oh, sabemos que no fue así, pero ahí es donde entra la imaginación), que Pallasos en Rebeldía nos narren la historia que inventaron sobre todo este asunto, y que Open Arms, haciendo honor a su nombre, nos reciba con los brazos abiertos, que es coo empiezan todas las historias terribles y maravillosas que habrán de ser… en la lucha por la vida.

Y que juntos, como los Tres Mosqueteros, los 4 (Museo, Pallasos, Open arms y las comunidades zapatistas), nos sentemos frente al Guernica de Picasso, aventuremos algo como “el reto es descubrir, tras esos trazos, otro mundo, uno mejor”; nos olvidemos de las selfies turísticas, vayamos luego a la Puerta de Alcalá a depositar la flor que el finado SupMarcos guardó siempre para Almudena, la de nombre de guerrera y apellido definitorio.

De ahí a las lascas, porque la lucha por la vida requiere comer algo, que tampoco se trata de auto inmolarse. “Una cosa es caer débil y maltrecho y otra muy diferente hacerlo con la barriga llena y el corazón contento”, dice un escarabajo con pretensiones de hidalgo caballero.

¿Y luego? Pues a brindar por la vida. Es decir, luchar por ella. Que un brindis que no implique un desafío es sólo un mal momento, que los hay.

Después, pus cada quien a lo suyo, que hay mucha guerra rompiendo todo y muy poca vida que hay que defender.

Y así es como las vidas florecen, porque de eso se trata todo esto: de sembrar y cultivar la flor prometida.

Por lo demás, gracias de este corazón colectivo que somos. Que, lejos a la distancia, hay puentes done menos se sospecha. El asunto es encontrarlos y, claro, cruzarlos. Que para so son los puentes… y la vida.

Vale. Salud y que lo de acá y de allá deje de ser de allá y de acá, y se convierta, al fin, en un puente que desafíe calendarios y geografías.

Desde las montañas del Sureste Mexicano.

Subcomandante Insurgente Moisés.   SupGaleano   SupMarcos (postmortem).

Μοιραστείτε το άρθρο