Κινηματογράφος με κοινωνικό πρόσημο – Η περίπτωση της Βουλγαρίας

Του Θάνου Λεύκου Παναγιώτου

Η δυναμική των κινηματογραφικών έργων προκύπτει σε μεγάλο βαθμό από την ικανότητα αντιστοιχίας με την πραγματικότητα και τη δυνατότητα βίωσης της εμπειρίας από τον θεατή ως κάτι που μπορεί να κατανοήσει σε ένα πλαίσιο που αφορά και την ίδια του τη ζωή ή να το αισθανθεί σε ένα πιο αφαιρετικό επίπεδο χρησιμοποιώντας τις αισθήσεις του. Ο κοινωνικός κινηματογράφος αποτελεί ιδιαίτερα σημαντικό κεφάλαιο στην ιστορία του παγκόσμιου σινεμά και μπορούμε να εντοπίσουμε αρκετούς δημιουργούς και ταινίες που έχουν αφουγκραστεί τις ανάγκες, έχουν εντοπίσει τις προβληματικές της κοινωνίας και θέλησαν να αποτυπώσουν στην οθόνη ιστορίες που με τον έναν ή τον άλλο τρόπο άγγιξαν μεγάλη μερίδα των θεατών.

Μέσα στον 21ο αιώνα ξεχώρισαν αρκετοί δημιουργοί που με βάση ένα κοινωνικό πρόσημο μας πρόσφεραν ταινίες που μιλούν για τα κακώς κείμενα των χωρών τους (που φυσικά μπορούν να αποκτήσουν διεθνείς διαστάσεις) και ξεχώρισαν στον  τομέα του κοινωνικού και πολιτικού κινηματογράφου. Από τον ρουμάνικο, τον ούγγρικο και τον ρώσικο κινηματογράφο μέχρι τον βουλγάρικο, που δεν έχει τόσο μεγάλη παράδοση στη συχνή κινηματογραφική παραγωγή. Δημιουργοί που βασίστηκαν πάνω στα προσωπικά τους βιώματα, ή που οι ανησυχίες τους, η ενσυναίσθηση και η ταξική και κοινωνική τους προέλευση τους επέτρεψαν να αντιληφθούν την πραγματικότητα με μια πιο κριτική ματιά, μας πρόσφεραν ταινίες που χαρακτήρισαν σε μεγάλο βαθμό τη μέχρι στιγμής πορεία του κινηματογράφου στον αιώνα που ζούμε.

Στην περίπτωση της Ελλάδας, παρά την ανεξάντλητη πηγή θεματικών βάσει της τεράστιας κρίσης που συνεχίζουμε να βιώνουμε, τη συντηρητικοποίηση της κοινωνίας και της όξυνσης των οικονομικών και ταξικών διαφορών. η παραγωγή κινηματογραφικού έργου που να καταφέρνει να αγγίξει την κοινωνία φαίνεται να είναι ιδιαίτερα φτωχή. Αυτό αφορά βέβαια το κομμάτι του μυθοπλαστικού κινηματογράφου και όχι του κινηματογράφου τεκμηρίωσης, όπου υπάρχουν εξαιρετικές παραγωγές. Πιθανότατα η δυσκολία ανάδειξης δημιουργών που να μην αποτελούν κομμάτι των ανώτερων οικονομικών τάξεων, οι κλίκες και η εξυπηρέτηση γνωστών και συγγενών, καθώς και το γεγονός ότι αποτελεί διέξοδο στην πλειοψηφία των περιπτώσεων για αυτούς που δεν ξεκινούν από το μηδέν, έχει αφήσει τον χώρο στα χέρια των λίγων και των «εκλεκτών» που δεν θα ασχοληθούν, ή που όταν θα το κάνουν γίνεται φανερό ότι δεν μπορούν να μιλήσουν με επάρκεια για τα ζητήματα που αφορούν την κοινωνία. Φυσικά υπάρχουν και οι εξαιρέσεις.

Στη συγκεκριμένη περίπτωση θα γίνει η παρουσίαση ταινιών που αφορούν τα θέματα της διαφθοράς, της διαφάνειας, των ηθικών διλημμάτων και γκρίζων ζωνών, καθώς και των γενικότερων προβληματικών και δειγμάτων βαθιάς σήψης τόσο σε κρατικό όσο και κοινωνικό επίπεδο. Πρώτη αναφορά θα γίνει στον βουλγάρικο κινηματογράφο και στο δίδυμο των Kristina Grozeva και Petar Valchanov, που μας πρόσφεραν δύο καταπληκτικές ταινίες μεγάλου μήκους (The Lesson 2014, Glory 2016).

THE LESSON

Μία δασκάλα δημοτικού σχολείου και μεταφράστρια (Ναντέζντα) αντιλαμβάνεται ότι ένας μαθητής της έχει κλέψει ένα μικρό χρηματικό ποσό. Η ίδια, πεπεισμένη για τα ηθικά όρια και γραμμές, θα προσπαθήσει να δώσει ένα μάθημα στους μαθητές της. Στην προσωπική της ζωή βλέπουμε κλιμακωτά να έρχεται αντιμέτωπη με μια σειρά αδιεξόδων. Ο αλκοολικός άντρας της δεν έχει πληρώσει την υποθήκη του σπιτιού τους και ο κίνδυνος να το χάσουν την οδηγεί σε ένα ταξίδι όπου η ανάγκη καθορίζει σε μεγάλο βαθμό την οπτική πάνω στο τι μπορεί να χαρακτηριστεί ηθικό ή όχι, αλλά και το πώς οι συνθήκες και οι ανάγκες μεταβάλλουν έννοιες που πατούν πάνω σε γκρίζες ζώνες. Στρέφεται στον αποξενωμένο πλούσιο πατέρα της και βρίσκει μισόκλειστη πόρτα. Στη συνέχεια απευθύνεται σε τοκογλύφους και έρχεται αντιμέτωπη με την απειλή όχι μόνο της ασφάλειας της οικογένειάς της, αλλά και της συνεχούς προσβολής της αξιοπρέπειάς της, ακόμα και με τον συναισθηματικό και σωματικό βιασμό της.

Το «μάθημα» είναι μία ταινία που μας δείχνει τα οικονομικά αδιέξοδα, τη σκληρότητα μιας κοινωνίας όπου η αλληλεγγύη, η ανεκτικότητα και η ανθρωπιά έχουν επισκιαστεί από το προσωπικό όφελος και το κέρδος, και τον αγώνα μιας γυναίκας που καταπίνει την αξιοπρέπειά της και αναθεωρεί πάνω στο αν μπορείς να μείνεις συνεπής στην ηθική σου πυξίδα όταν η ανάγκη εντέλει καθορίζει την ίδια σου την επιβίωση. Κάνοντας τις απαραίτητες αναλογίες με τον κρατικό καφκικό μηχανισμό, τη λογική της ανθρωποφάγας τοκογλυφίας και της επιβίωσης, μπορούμε να βρούμε κοινά στοιχεία στη δόμηση όλων των σύγχρονων κοινωνιών αλλά και των ευρύτερων ενωσιακών δομών.

Αυτό το ταξίδι εντέλει οδηγεί σε μια συνειδητοποίηση της πολυπλοκότητας, της βιαιότητας των σύγχρονων κοινωνιών και του πώς κάτι που μοιάζει απόλυτο μπορεί μέσα από το προσωπικό βίωμα να καταλήξει σημείο αβεβαιότητας. Καθώς στο τέλος λύνεται το μυστήριο του ποιος έκλεψε τα χρήματα, η ίδια πλέον είναι πιο αβέβαιη από ποτέ για το μάθημα που πρέπει να δώσει.

Βαθιά επηρεασμένο από τον ουμανιστικό κινηματογράφο των αδερφών Νταρντέν, το σεναριακό και σκηνοθετικό δίδυμο μας παραδίδει μια ταινία που θέλει και εντέλει καταφέρνει να αποτυπώσει, όσο πιο πιστά είναι εφικτό, μια ρεαλιστική ιστορία. Από τις σκηνογραφικές επιλογές, τη σκηνοθετική προσέγγιση μέχρι την πορεία και το ξετύλιγμα της ιστορίας που παρακολουθούμε, πρόκειται για μια ιδιαίτερα αξιόλογη προσπάθεια.

GLORY

Ένας εργάτης στον σιδηρόδρομο, ο Τσάνκο Πέτροφ, κάνει καθημερινές επιθεωρήσεις στις σιδηρογραμμές φροντίζοντας να εντοπίσει αν υπάρχει κάποιο σφάλμα. Μια μέρα βρίσκει δίπλα στις ράγες του τρένου σακούλες με εκατομμύρια λέβα. Ο ίδιος διάγει μια φτωχή ζωή, αυτοματοποιημένη και καθορισμένη από χρονικά πλαίσια, και παρά την ευκαιρία που προκύπτει, η προσωπική του ηθική καθορίζει την απόφασή του να παραδώσει τελικά τα λεφτά στην κυβέρνηση – και κάπως έτσι ξεκινάει η περιπέτειά του. Η υπεύθυνη των δημοσίων σχέσεων του υπουργείου Μεταφορών, θέλοντας να διορθώσει την εικόνα της αλλά και του υπουργείου, το οποίο κατηγορείται για διαφθορά και κακοδιαχείριση, στήνει ένα σόου με τη βράβευση του Τσάνκο. Του δίνουν ένα καινούργιο ρολόι και αναλαμβάνει η ίδια να φυλάξει το παλιό ρολόι που έδωσε στον Τσάνκο ο πατέρας του, μάρκας Slava (Glory). Μετά τη βράβευση, επηρεασμένη από το βαρύ χρονικό της πρόγραμμα και ουσιαστικά αδιαφορώντας για τη σημασία που έχει για τον Τσάνκο το συγκεκριμένο αντικείμενο, το χάνει. Ο πρωταγωνιστής εμμονικά θα ξεκινήσει την αναζήτηση του ρολογιού του, που αποτελεί το σύμβολο της προσωπικότητάς του.

Μέσα από την εξιστόρηση της ζωής των δύο αυτών ανθρώπων βλέπουμε να ξετυλίγονται δύο διαφορετικοί ανθρωπότυποι. Εκεί κάπου όμως κρύβεται και η μαεστρία των δύο δημιουργών, που στέκονται στη λεπτομερή ανάλυση και στην αποφυγή βιαστικών συμπερασμάτων μέσα σε ένα πρίσμα καλού και κακού, αλλά προσπαθούν και να αναδείξουν διαφορετικές πτυχές που αφορούν τα χαρακτηριστικά της βουλγάρικης και όχι μόνο κοινωνίας. Διαφθορά και κυνική αντιμετώπιση των καταστάσεων, υποκριτικά πανηγύρια που στήνονται μέσα σε ένα πλαίσιο υπεροχής της εικόνας γιατί όλα εντέλει είναι δημόσιες σχέσεις και μάρκετινγκ, δολοφονία χαρακτήρων γιατί ο σκοπός αγιάζει τα μέσα, κρατική αδιαφάνεια και διαφθορά που αφορά όλα τα κοινωνικά στρώματα, ανθρωποφάγα μίντια που κερδοσκοπούν.

Ένα στοιχείο ιδιαίτερα σημαντικό, που αποτελεί και δείγμα για το πώς αντιμετωπίζεται η έλλειψη δικαιοσύνης και η απουσία θυμού για τη διαφθορά, είναι το πώς στα μάτια ακόμα και των απλών ανθρώπων κάποιος που θα αποφασίσει να κάνει αυτό που θεωρεί ηθικά σωστό και να μη βάλει το προσωπικό όφελος ως γνώμονα χαρακτηρίζεται ανόητος και κορόιδο. Αν θέλουμε να κάνουμε την αντιστοιχία με την ελληνική κοινωνία, μπορούμε να αντιληφθούμε την ολοένα και μεγαλύτερη αδιαφορία απέναντι σε πολιτικά και οικονομικά σκάνδαλα, που καταλήγει πολλές φορές και σε έμμεση στήριξή τους.

Η εικόνα του Τσάνκο είναι απωθητική, ένας άνθρωπος παρατημένος, ξεχασμένος, περιφρονημένος, συμβολίζει αξίες που δεν χωρούν στις σύγχρονες κοινωνίες οι οποίες αντιμετωπίζουν κυνικά την πραγματικότητα και όπου έννοιες όπως η ηθική παρακινούμενη από το συλλογικό καλό και η αλληλεγγύη είναι δείγμα αδυναμίας και ηλιθιότητας. Ένα σύμβολο ενός ήσυχου, υπομονετικού ανθρώπου που βάλλεται και χλευάζεται διαρκώς.

Η Γιούλια είναι η επιτομή του σύγχρονου ανθρωπότυπου. Όλα είναι προγραμματισμένα και οργανωμένα, χρησιμοποιεί την κάθε ευκαιρία για όφελος της καριέρας της, τρέχει διαρκώς, αδιαφορεί για τους ανθρώπους και τις συνέπειες των πράξεών της. Ωστόσο ο χαρακτήρας της δεν δαιμονοποιείται μέσα στην ταινία, αντίθετα χρησιμοποιείται ως όχημα για την ανάδειξη των χαρακτηριστικών και των πολύπλοκων εννοιών που αποτελούν χαρακτηριστικά στοιχεία στη σύγχρονη πραγματικότητα. Όταν αντιλαμβάνεται τις συνέπειες των πράξεών της και προκύπτει μια ηθική επιφοίτηση, έρχεται αντιμέτωπη με την οργή που έχουν προκαλέσει οι ενέργειές της και το ντόμινο των εξελίξεων.

Είναι μια ταινία που αποτελεί ένα ισχυρό ταρακούνημα, εξοργίζει τον θεατή, που θα καταφέρει να νιώσει ενσυναίσθηση και να σταθεί στο πλευρό του πρωταγωνιστή. Οι εξαιρετικές ερμηνείες, η ρεαλιστική προσέγγιση και το ταλέντο των δύο σεναριογράφων-σκηνοθετών καταφέρνουν να αποφύγουν τα μελοδραματικά στοιχεία και να παραδώσουν μια δυναμική κοινωνική σάτιρα και κριτική πάνω στις αξίες και τα πρότυπα του σήμερα. Ενδιαφέρον αποτελεί ότι πρόκειται για σύμπραξη βουλγάρικης και ελληνικής παραγωγής. Και στις δύο αυτές ταινίες είναι εμφανής η κριτική και απέναντι στην Ευρωπαϊκή Ένωση και ό,τι αυτή σημαίνει για τον καθορισμό των κοινωνιών που αποτελούν μέλη της.

Οι δύο αυτές ταινίες και οι σκέψεις που καταφέρνουν να πυροδοτήσουν στους θεατές τοποθετούν το δίδυμο πλάι στους Νταρντέν, στον Λόουτς, τον Ζβιάγκιντσεφ, τον Μουντζίου κ.ά. Έχει σίγουρα μεγάλο ενδιαφέρον να παρακολουθήσουμε την εξέλιξή τους.