ΥΓΕΙΑ Πώς από δημόσιο αγαθό έγινε προϊόν στα χέρια των αγορών και των πολυεθνικών

ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ Μαρίνα Γ. Μεϊντάνη

Χρειάστηκε μια πανδημία για να αποδειχτεί το αυταπόδεικτο, στο οποίο πλέον συγκλίνουν σχεδόν όλοι: ότι για μια αποτελεσματική καταπολέμηση του Covid-19, μοναδική διέξοδος είναι ένα ολοκληρωμένο, δίκαιο και προσβάσιμο σύστημα υγείας, το οποίο πρέπει να στηρίζεται σε μια ουσιαστική πρωτοβάθμια υγειονομική περίθαλψη. Ίσως το μόνο θετικό που προέκυψε από τη θανατηφόρα πανδημία να είναι ότι αποδείχθηκε περίτρανα πως το “αόρατο χέρι” της αγοράς απέτυχε στη διαχείριση ζητημάτων δημόσιας υγείας και ότι αναδείχθηκε η αναγκαιότητα για κοινωνική δικαιοσύνη.

Η προϋπόθεση της κοινωνικής και οικονομικής δικαιοσύνης στο πρόταγμα για δημόσια υγεία δεν είναι κάτι καινούργιο… Πριν από περίπου 40 χρόνια αυτήν ακριβώς τη λύση είχε προτείνει ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας (ΠΟΥ) κατά τη διάρκεια του Διεθνούς Συνεδρίου για την Πρωτοβάθμια Υγεία, που διοργανώθηκε το 1978 στην Άλμα Άτα του Καζακστάν της πρώην Σοβιετικής Ένωσης. Προτού δηλαδή “μεγάλοι δωρητές”, πολυεθνικές και οι χειραγωγούμενοι από αυτούς κυβερνώντες αποφασίσουν ότι η υγεία -ένα “φιλέτο” που ο τζίρος του αναμένεται να προσεγγίσει τα 10 τρισ. δολάρια το 2020 (Νταβός)- δεν είναι για όλους και δεν μπορεί να αφεθεί στα χέρια του δημόσιου ελέγχου.

Η υγεία από καθολικό δικαίωμα έγινε προϊόν – όπως άλλωστε τόσα άλλα δικαιώματα στον νεοφιλελεύθερο κόσμο.

Εάν είχε υποστηριχθεί (αυτό) το υπέροχο έργο κοινωνικής δικαιοσύνης του ΠΟΥ, όλες οι χώρες του κόσμου σήμερα θα ήταν καλά εξοπλισμένες για να αντιμετωπίσουν την τρέχουσα κρίση υγείας καθώς και τα καθημερινά προβλήματα υγείας τους. Ωστόσο, το έργο πρωτοβάθμιας υγειονομικής περίθαλψης δεν υποστηρίχθηκε. Αντίθετα, μετά από λίγα χρόνια, οι πυλώνες αυτού του έργου -κοινωνική και οικονομική δικαιοσύνη- καταστράφηκαν ουσιαστικά και το σχέδιο σταδιακά διαλύθηκε κατά τη δεκαετία που ακολούθησε”, σημειώνει η ψυχολόγος- ψυχίατρος Alison Rosamund Katz από την Ελβετία σε ένα ενδιαφέρον άρθρο της στο CETIM με τίτλο “Έλεγχος των επιδημιών; ο ΠΟΥ είχε τη λύση πριν από 40 χρόνια”.

Ισχυρά κράτη-μέλη τoυ ΠΟΥ, οι πολυεθνικές εταιρείες τους και τα διεθνή χρηματοπιστωτικά ιδρύματα έσπευσαν να εμποδίσουν την ανάπτυξη και τη συντήρηση κοινωνικά δίκαιων συστημάτων υγείας σε φτωχές χώρες, ενώ έχουν επίσης συμβάλει στην αποδυνάμωση και τη διάλυση των υπηρεσιών υγείας σε πλούσιες χώρες. Η πρωτοβάθμια υγειονομική περίθαλψη εξακολουθεί να αποτελεί τη λύση, αλλά οι διάφορες προσπάθειες του ΠΟΥ να ξαναρχίσει αυτό το έργο αντιμετώπισαν έντονη αντίσταση από ιδιωτικά συμφέροντα. Ποτέ δεν ήταν πιο σημαντικό για τους πολίτες να υποστηρίξουν και να ανακτήσουν την καταστατική εντολή του ΠΟΥ για κοινωνική δικαιοσύνη”, συμπληρώνει η Katz.

Τα προτάγματα της… ξεχασμένης Διακήρυξης της Άλμα Άτα

Με σύνθημα “Υγεία για όλους το έτος 2000”, η Διακήρυξη της Άλμα Άτα του 1978 στο Συνέδριο για την Πρωτοβάθμια Φροντίδα Υγείας (PHC) υπήρξε ένα επαναστατικό πρόγραμμα κοινωνικής δικαιοσύνης, με αίτημα τη δημιουργία μιας παγκόσμιας τάξης και δίκαιων σχέσεων μεταξύ Βορρά και Νότου.

Σε εκείνο το συνέδριο 134 χώρες υπέγραψαν την τελική διακήρυξη. “Η υγεία για όλους” δεν ήταν ουτοπία, αλλά ένα πολιτικό σχέδιο που βασιζόταν στις έννοιες της οικονομικής και κοινωνικής δικαιοσύνης και του σεβασμού όλων των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, όπως αναφέρεται στο βιβλίο La santé pour tous! Se réapproprier Alma Ata του People’s Health Movement (2006), το οποίο καλεί σε μια επανάκτηση της ουσίας της διακήρυξης, που είναι σήμερα περισσότερο αναγκαία παρά ποτέ.

Οι βασικές αρχές της PHC που ορίζονταν στη Διακήρυξη της Άλμα Άτα προέβλεπαν τα εξής:

  • Η υγεία είναι θεμελιώδες ανθρώπινο δικαίωμα.
  • Οι κατάφωρες ανισότητες στην κατάσταση της υγείας των λαών, μεταξύ ανεπτυγμένων και αναπτυσσόμενων χωρών, αλλά ακόμη και εντός χωρών, είναι πολιτικά, κοινωνικά και οικονομικά απαράδεκτες.
  • Η οικονομική και κοινωνική ανάπτυξη, που βασίζεται σε μια νέα διεθνή οικονομική τάξη, έχει θεμελιώδη σημασία εάν θέλουμε να επιτύχουμε το υψηλότερο δυνατό επίπεδο υγείας για όλους και να γεφυρώσουμε το χάσμα υγείας μεταξύ των αναπτυσσόμενων χωρών και των ανεπτυγμένων εθνών.
  • Οι κυβερνήσεις έχουν ευθύνη για την υγεία των πληθυσμών, την οποία μπορούν να εκπληρώσουν μόνο εάν παρέχουν επαρκείς υπηρεσίες υγείας και κοινωνικής ασφάλισης.
  • Η PHC περιλαμβάνει τουλάχιστον: εκπαίδευση, προώθηση καλών τροφίμων και διατροφικών συνθηκών, επαρκή παροχή ασφαλούς νερού και βασικά μέτρα υγιεινής κλπ.
  • Η PHC περιλαμβάνει όλους τους τομείς της εθνικής και κοινοτικής ανάπτυξης καθώς και συναφείς τομείς, ιδίως της γεωργίας, της κτηνοτροφίας, της παραγωγής τροφίμων, της βιομηχανίας, της εκπαίδευσης, της στέγασης, αλλά και των δημόσιων έργων και των επικοινωνιών.
  • Η πλήρης συμμετοχή των οικογενειών και της κοινότητας σε ένα πνεύμα αυτο-ευθύνης και αυτοδιάθεσης.
  • Η πληρέστερη και αποτελεσματικότερη χρήση των παγκόσμιων πόρων, ένα σημαντικό μέρος των οποίων δαπανάται επί του παρόντος σε εξοπλισμούς και ένοπλες συγκρούσεις.

Το σχέδιο χαρακτηρίστηκε αμέσως ως “μη ρεαλιστικό”, πράγμα που συνήθως σημαίνει “ανεπιθύμητο από εκείνους που αποφασίζουν”, σχολιάζει η Katz. Η πολιτική βούληση αποδείχτηκε ανίσχυρη απέναντι στα τεράστια οικονομικά συμφέροντα και οφέλη των ιδιωτικών κολοσσών της υγείας, που επέβαλαν τελικώς την πολιτική του νεοφιλελευθερισμού και της αειφόρου ανάπτυξης και στον τομέα της υγείας. Δύο χρόνια μετά τη Διακήρυξη διαγράφεται οποιαδήποτε αναφορά στα περί κοινωνικής δικαιοσύνης.

Έκτοτε, υπό την πίεση των πλούσιων κρατών-μελών, ο ΠΟΥ σταδιακά απομακρύνεται όλο και περισσότερο από τον διακηρυγμένο στόχο για δημόσια υγεία, ανάπτυξη, δικαιοσύνη και βιώσιμα συστήματα υγείας και κινείται προς “βιοϊατρικές, κάθετες και στοχευμένες προσεγγίσεις, με βραχυπρόθεσμα οφέλη”.

Αυτό σημαίνει ότι αγνοούμε τις βασικές αιτίες (άθλιες συνθήκες διαβίωσης) και επικεντρώνουμε σε βραχυπρόθεσμες τεχνολογικές λύσεις, παραμελώντας την πρόληψη ασθενειών. Έτσι, ουσιαστικά παραβλέπουμε το γεγονός ότι όλες οι πλούσιες χώρες που βελτίωσαν σημαντικά την ποιότητα υγείας των πληθυσμών τους εφάρμοσαν πολιτικές αντιμετώπισης των άθλιων συνθηκών διαβίωσης και υιοθέτησαν μέτρα για την υγεία”, σημειώνει η Katz.

Αναφερόμενη σε ένα λειτουργικό σύστημα υγείας, τονίζει πως “η πρωτοβάθμια υγειονομική περίθαλψη είναι κάτι περισσότερο από μια παροχή υπηρεσιών υγείας(…) Είναι ένα ολοκληρωμένο και πολυτομεακό σύστημα, στο οποίο τα κράτη (και όχι ο ιδιωτικός τομέας ή οι φιλάνθρωποι καπιταλιστές) έχουν την πρωταρχική ευθύνη απέναντι στους πολίτες να παρέχουν βασικές προϋποθέσεις για την υγεία, δηλαδή, τροφή, νερό, αποχέτευση, εκπαίδευση, στέγαση, αξιοπρεπή εργασία, ένα υγιές περιβάλλον και φυσικά βασικές υπηρεσίες υγείας – μια ολοκληρωμένη, δίκαιη και προσιτή υγειονομική περίθαλψη. Η προσβασιμότητα απαιτεί επίσης οι υπηρεσίες υγειονομικής περίθαλψης να είναι δωρεάν. Αυτό είναι ιδιαίτερα σημαντικό κατά τη διάρκεια μιας κρίσης, όπως μια επιδημία μολυσματικών ασθενειών” .

Χρεωμένες και εξαρτημένες κυβερνήσεις έρμαιο των ιδιωτικών συμφερόντων

Ένα σωστά λειτουργικό και βιώσιμο σύστημα υγείας, ωστόσο, απαιτεί κυρίαρχα και ανεξάρτητα κράτη – γεγονός που αναγνωρίστηκε πλήρως το 1978, εξ ου και η σημασία που δόθηκε στη Νέα Διεθνή Οικονομική Τάξη (ΝΙΕΟ). Καμία χώρα ωστόσο δεν μπορεί να αναπτύξει και να διατηρήσει ένα σωστά λειτουργικό σύστημα υγείας, αν η εθνική οικονομία της είναι πνιγμένη στο χρέος, αν στραγγαλίζεται από αθέμιτους εμπορικούς κανόνες, αν οι πλουτοπαραγωγικοί της πόροι λεηλατούνται και αν η οικονομία της αποσταθεροποιείται με το ξεπούλημα στρατηγικών κρατικών επιχειρήσεων και με οικονομικές παρεμβάσεις.

Είναι δεδομένο ότι μόνο κυρίαρχα και ανεξάρτητα κράτη μπορούν να πετύχουν μια “Υγεία για Όλους” και να μη στηρίζονται στη διεθνή βοήθεια, η οποία αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της παγκόσμιας χρηματοοικονομικής αρχιτεκτονικής. Υπό αυτές τις συνθήκες θα ήταν απίθανο το σχέδιο για την Πρωτοβάθμια Φροντίδα Υγείας (PHC) να λάβει την έγκριση της παγκόσμιας οικονομικής ελίτ.

Είναι πολλά τα λεφτά… για κοινωνική δικαιοσύνη

Μετά το 1978, η υγειονομική αρχή του ΠΟΥ γίνεται σταδιακά θύμα της νεοφιλελεύθερης αναδιάρθρωσης, όπως και οι περισσότεροι κοινωνικοί και οικονομικοί φορείς που εξυπηρετούν το δημόσιο συμφέρον, συμπεριλαμβανομένων φυσικά πολλών οργανισμών και προγραμμάτων των Ηνωμένων Εθνών. Ο ΠΟΥ σε μεγάλο βαθμό συμβιβάζεται και αναγκάζεται να εισέλθει στην τροχιά της “επιχείρησης” της υγείας, καθώς σήμερα πλέον είναι σε μεγάλο βαθμό ιδιωτικοποιημένος.

Συγκεκριμένα, ο ΠΟΥ ελέγχει μόλις το 20% του προϋπολογισμού του. Το υπόλοιπο 80% προέρχεται από “εθελοντικές συνεισφορές” (πλούσιων) κρατών-μελών και ιδιωτικών ιδρυμάτων, χρήματα που στην πλειονότητά τους διατίθενται σε συγκεκριμένες προτεραιότητες και προγράμματα που καθορίζονται από τους δωρητές.

Η υγεία αντιπροσωπεύει μια αγορά τρισεκατομμυρίων δολαρίων. Στο Παγκόσμιο Οικονομικό Φόρουμ του Νταβός η εκτίμηση ήταν για 10 τρισεκατομμύρια δολάρια το 2020. Οι «δωρεές» στον ΠΟΥ ή η συμμετοχή σε συμπράξεις δημόσιου και ιδιωτικού τομέα αντιπροσωπεύουν πολύτιμες επενδύσεις για πολυεθνικές που αναζητούν νέες πηγές κέρδους για τις δραστηριότητές τους. Η υγεία δεν νοείται πλέον ως ανθρώπινο δικαίωμα, όπως αναφέρεται στο καταστατικό του ΠΟΥ, αλλά ως εμπόρευμα ή, στην καλύτερη περίπτωση, ως παράγοντας παραγωγικότητας – όπως υποστηρίζει ο Jeffrey Sachs το 2001 στην έκθεση του ΠΟΥ “Επένδυση στην υγεία για οικονομική ανάπτυξη”.

Από την Άλμα Άτα στο… Νταβός

Τον Ιανουάριο του 1999, στο Παγκόσμιο Οικονομικό Φόρουμ στο Νταβός, ο Κόφι Ανάν πρότεινε στα στελέχη των επιχειρήσεων και στα Ηνωμένα Έθνη να καθιερώσουν ένα Παγκόσμιο Σύμφωνο κοινών αξιών και αρχών” για να δώσουν “ένα ανθρώπινο πρόσωπο στην παγκόσμια αγορά”. Ο γενικός γραμματέας των Ηνωμένων Εθνών προσέφερε έτσι την υποστήριξη του ΟΗΕ “για ένα περιβάλλον ευνοϊκό για το εμπόριο και το άνοιγμα των αγορών” με αντάλλαγμα τη δέσμευση εκ μέρους του (χωρίς κανέναν μηχανισμό επιβολής) οι πολυεθνικές να τηρούν εννέα αρχές στους τομείς των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, της εργασίας, του περιβάλλοντος και της καταπολέμησης της διαφθοράς.

Την ίδια περίοδο ο ΠΟΥ, με γενική γραμματέα την Gro Harlem Brundtland, υιοθέτησε ένα επιχειρηματικό μοντέλο σύμπραξης δημόσιου και ιδιωτικού τομέα για την υλοποίηση κάθετων προγραμμάτων στόχευσης για συγκεκριμένες ασθένειες υπό την ηγεσία του ιδιωτικού τομέα. Οι ρυθμίσεις αυτές ενίσχυσαν περαιτέρω την επιρροή των πολυεθνικών να καθοδηγούν τις πολιτικές υγείας, με αποτέλεσμα την υπονόμευση και τον κατακερματισμό τους.

Το 2019 ο γενικός διευθυντής του ΠΟΥ, δρ Tedros, παρουσίασε την «επιχειρηματική υπόθεση» του παγκόσμιου σχεδίου δράσης του Οργανισμού: “Η αρχική επένδυση 14,1 δισ. δολαρίων για την περίοδο 2019-2023 αντιπροσωπεύει εξαιρετική σχέση ποιότητας – τιμής και θα αποφέρει απόδοση επένδυσης 2%-4%. Κανένα αγαθό στον κόσμο δεν είναι πιο πολύτιμο”.

Σήμερα, σχεδόν όλο το έργο στον τομέα της διεθνούς υγείας υλοποιείται από συμπράξεις δημόσιου και ιδιωτικού τομέα, ρυθμίσεις που αντιπροσωπεύουν έναν ακόμη μηχανισμό για τη μεταφορά πλούτου (από το 99% στο 1%) αξιοποιώντας τον δημόσιο τομέα στην παραγωγή ιδιωτικών κερδών.

Κάτω από νεοφιλελεύθερα καθεστώτα, οι προϋπολογισμοί του δημόσιου τομέα μειώθηκαν, η φορολογική βάση καταστράφηκε και ο ιδιωτικός τομέας αποτελεί σχεδόν την αποκλειστική πηγή χρηματοδότησης.

Η Oxfam International αναφέρει πως οι μόνες χώρες χαμηλού εισοδήματος που έχουν επιτύχει καθολική και δίκαιη υγειονομική κάλυψη το έχουν πράξει μέσω φόρων και όχι μέσω ασφάλισης υγείας. Τα συστήματα ασφάλισης υγείας μπορεί να λειτουργούν καλά σε χώρες με υψηλό εισόδημα, αλλά σε χώρες χαμηλού εισοδήματος ακόμη και τα κοινωνικά συστήματα ασφάλισης υγείας τείνουν να αποκλείουν την πλειονότητα των ανθρώπων και να αφήνουν τους φτωχούς πίσω.

Στις χώρες του ΟΟΣΑ, η επιδημία Covid-19 αποδεικνύει τον ρόλο που διαδραματίζουν τα μέτρα λιτότητας στην αποδυνάμωση των συστημάτων υγείας: Σε φτωχές χώρες, που τα συστήματα υγείας τους έχουν υποστεί σοβαρές ζημιές από προγράμματα διαρθρωτικής προσαρμογής που επιβάλλονται από το ΔΝΤ, ο ιός μπορεί να εξαντλήσει την ικανότητά τους μέσα σε μερικές ημέρες. Το ήμισυ της ανθρωπότητας δεν έχει πρόσβαση σε βασικές υπηρεσίες υγεία.

Υπεράσπιση των συμφερόντων των πολυεθνικών

Υπό νεοφιλελεύθερα καθεστώτα, τα ισχυρά κράτη-μέλη του ΠΟΥ τείνουν να εκπροσωπούν στις ετήσιες συναντήσεις τους τα συμφέροντα των πολυεθνικών εταιρειών τους (TNC) παρά την υγεία των πολιτών τους. Για παράδειγμα, υποστηρίζουν τους γίγαντες των αγροτικών τροφίμων, μεγάλες φαρμακευτικές εταιρείες, κατασκευαστές ιατρικού εξοπλισμού, ιδιωτικούς παρόχους υπηρεσιών υγείας και ιδιωτικές εταιρείες ασφάλισης υγείας.

Σύμφωνα με τον όμιλο Deloitte Consultancy, η αγορά υγείας πρέπει να αυξάνεται κατά 5% ετησίως. Ο τομέας της κερδοσκοπικής υγείας κυριαρχείται από τις ΗΠΑ και ακολουθεί το Ηνωμένο Βασίλειο και άλλες χώρες του ΟΟΣΑ. Στις οικονομίες πολλών χωρών είναι ένας από τους ταχύτερα αναπτυσσόμενους τομείς. Δεδομένων αυτών των κολοσσιαίων οικονομικών συμφερόντων, κάθε πρωτοβουλία του ΠΟΥ που επιδιώκει να προωθήσει την υγειονομική περίθαλψη ως ανθρώπινο δικαίωμα και δημόσιο αγαθό βρίσκεται αντιμέτωπη με την αντίθεση της παγκόσμιας οικονομικής ελίτ.

Πόσο μάλλον όταν ο ΠΟΥ, όπως σημειώνει η Katz, “σταδιακά έχασε τον έλεγχο του προϋπολογισμού του και επομένως του προγράμματος εργασίας του και σχεδόν περιορίζεται σε ρόλο μεσίτη εταιρικών σχέσεων δημοσίου και ιδιωτικού τομέα, που συχνά αναφέρονται ως ‘συνεργασίες μεταξύ πολλών ομάδων συμφερόντων’ και επηρεάζονται έντονα, εάν δεν κατευθύνονται, από τα συμφέροντα του ιδιωτικού τομέα”.

Η διεθνής υγεία σήμερα διευθύνεται από την Παγκόσμια Τράπεζα, την G8 (ίσως και την G20), τις πολυεθνικές εταιρείες τους, από… φιλανθρωπικά ιδρύματα (ιδίως το Ίδρυμα Gates) και το Παγκόσμιο Οικονομικό Φόρουμ.

Η φτώχεια, η ανισότητα και οι εκθέσεις για την «πρόοδο»

Η Παγκόσμια Τράπεζα αναφέρει τακτικά «πρόοδο» όσον αφορά τη μείωση της φτώχειας, αλλά μια προσεκτική εξέταση των δεδομένων αποκαλύπτει ότι, αν αποκλείσουμε την Κίνα από την εικόνα, δεν έχει σημειωθεί σχεδόν καμία πρόοδος. Σε ορισμένες χώρες της υποσαχάριας Αφρικής η φτώχεια έχει αυξηθεί.

Σημαντικές ανισότητες όσον αφορά τον πλούτο συνεχίζουν να επιταχύνονται (σήμερα το 1% των πλουσιότερων ανθρώπων έχει πάνω από τον διπλάσιο πλούτο των 6,9 δισεκατομμυρίων).

Η ανισότητα αυτή αποτελεί τη βασική αιτία της φτώχειας και αποτυπώνεται στους δείκτες υγείας.

Οι εκθέσεις που δημοσιεύθηκαν από τον ΠΟΥ και τη UNICEF δείχνουν ότι εξακολουθούν να υφίστανται μεγάλες ανισότητες στον τομέα της υγείας μεταξύ και εντός των χωρών.

Το 2018, η θνησιμότητα παιδιών κάτω των 5 ετών στην υποσαχάρια Αφρική ήταν 14 φορές υψηλότερη από ό,τι στις χώρες με υψηλό εισόδημα (1 στα 13 σε σύγκριση με 1 στα 185). Οι μισοί και πλέον από αυτούς τους θανάτους μπορούσαν να αποφευχθούν με απλές και προσιτές παρεμβάσεις, όπως ανοσοποίηση, επαρκή διατροφή, καθαρό νερό και κατάλληλη φροντίδα που παρέχεται από επαγγελματίες υγείας.

Το 2017, ο δείκτης μητρικής θνησιμότητας στις χώρες χαμηλού και μεσαίου εισοδήματος ήταν 462 ανά 100.000 γεννήσεις, σε σύγκριση με 11 στις χώρες υψηλού εισοδήματος (1 στους 45 στις χώρες χαμηλού εισοδήματος, 1 στους 5.400 στις χώρες υψηλού εισοδήματος). Ο ΠΟΥ αναφέρει ότι σε πολλές χώρες χαμηλού και μεσαίου εισοδήματος λιγότερες από τις μισές γεννήσεις παρακολουθούνται από επαγγελματία υγείας (νοσοκόμα, μαία ή γιατρό).

Σύμφωνα με έκθεση του ΟΗΕ που δημοσιεύθηκε το 2019, το προσδόκιμο ζωής στην υποσαχάρια Αφρική είναι 61 χρόνια, 70 στην Κεντρική και Νότια Ασία, 79 σε Ευρώπη και Βόρεια Αμερική και 83 σε Αυστραλία και Νέα Ζηλανδία.

Οι διαφορές στο προσδόκιμο ζωής εντός των ίδιων των χωρών είναι επίσης πολύ σημαντικές: στη Γαλλία, για παράδειγμα, είναι 13 χρόνια μεταξύ των πλουσιότερων και των φτωχότερων. Είναι ενδεικτικό ότι πολύ μικρές ποσοστιαίες διαφορές αντικατοπτρίζουν σημαντικές κοινωνικές και οικονομικές ανισότητες.

—————–

Το CETIM (Center Europe – Tiers Monde), σε συνεργασία με το People’s Health Movement – PHM (Λαϊκό Κίνημα Υγείας), δημοσίευσε το βιβλίο “La santé pour tous! Se réapproprier Alma Ata”. Όπως σημειώνεται στην εισαγωγή του: Και όμως, το Health for All (Υγεία για Όλους) δεν είναι ουτοπία. Είναι ένα πολιτικό σχέδιο που βασίζεται στις έννοιες της οικονομικής και κοινωνικής δικαιοσύνης και του σεβασμού όλων των ανθρωπίνων δικαιωμάτων…

Το ερώτημα λοιπόν δεν είναι αν, αλλά πώς θα αλλάξουμε τα πράγματα. Αυτό το βιβλίο θέλει να δημοσιοποιήσει τη βούληση για την εκ νέου προσαρμογή της έννοιας της “Υγείας για Όλους” μέσω των αγώνων διαφορετικών παραγόντων και κοινωνικών κινημάτων από τον Νότο όπως και από τον Βορρά.

Η υγεία για όλους είναι δουλειά όλων και είναι περισσότερο αναγκαία από ποτέ.