Για την επιφαινόμενη εθνική ενότητα

Είχε γίνει λόγος, πριν μερικές μέρες, για την ανημποριά του κοινοβουλευτισμού, και την αδιέξοδή του πρακτική να ενσωματώνει στη συζήτηση καρπούς εργασίας κοινωνικών ομάδων, όπως ανεξάρτητη ερευνητική δημοσιογραφία, ή ομάδες πραγματογνωμοσύνης, πρώτα και κύρια εκείνην συγκροτήθηκε από το Σύλλογο Συγγενών και Θυμάτων Τεμπών.

Συμπερασματικά, είχε γραφτεί πως ο ενστερνισμός της κοινωνικής εργασίας, και η τοποθέτηση των συμπερασμάτων της στη συζήτηση στη Βουλή, πρόκειται για μια βουλευτική/υπουργική οικειοποίηση την οποίαν δεν επιθυμούμε. Κι επομένως αναδεικνύουμε τη σημαντικότητα της αδιάκοπης οργάνωσης, δράσης κι επικοινωνίας τέτοιων ομάδων – ως μοχλοί κινητοποίησης, διεκδίκησης, και μετατροπής ή διάλυσης-παραγωγής νοοτροπιών, (αντι-)δομών και λειτουργιών.

Προς μια τέτοια κατεύθυνση βρέθηκε η εκδήλωση στο Πολυτεχνείο του ΑΠΘ, με θέμα την “Έρευνα και Γνώση για τις κοινωνικές ανάγκες”,  όπως κι η εξαιρετική εκδήλωση της κατάληψης  στέγης μεταναστών Νοταρά για το εμπόλεμο Κονγκό και την ολική εκμετάλλευση, στα ορυχεία και αλλού.

Τέτοιο άλλο παράδειγμα, αυτή τη φορά εφαρμοσμένης τεχνικής, συνιστά κι η ομάδα πολιτικής δράσης Dark Storm Team στον κυβερνοχώρο, η οποία πρόσφατα, αξιοποιώντας το εργαλείο των μαζικών εισόδων, DDoS, κατάφερε να ρίξει την πλατφόρμα που τώρα ανήκει στον Elon Musk, το Χ. Όπως και παραπάνω, αντιμετωπίζουμε εδώ μια συνεργασία που προκύπτει από την κοινή γαλουχία σε μια γνώση και τεχνική, παράλληλα, όμως, γύρω από ένα διεθνιστικό πολιτικό πρόταγμα απελευθέρωσης.

Αφήσαμε, επίσης, νύξη για το κρατικό τρικ: Η μεγάλη Θεωρία της Διαρκούς Κρίσης. Είναι εκεί που όλα καταλήγουν. Ο Πρωθυπουργός ούρλιαξε στο βήμα, «Και να φύγω εγώ, Και να έρθει ΠΟΙΟΣ;! Με τι ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ;!». Ειδικά τώρα που όλα αλλάζουν, προσθέτουν οι Υπουργοί του.

Βεβαίως κι όλα αλλάζουν –γιατί η (πολιτική) ιστορία δεν μπορεί να μείνει ακίνητη–, μα συνάμα μένουν ίδια: Η μετατροπή του οικονομικού μοντέλου της Ευρώπης σε οικονομία πολέμου και η αντίστοιχη ενίσχυση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής σε βάρος των «λαϊκών κυριαρχιών», δεν είναι κεραυνός εν αιθρία.

Εδώ βλέπουμε: Πώς οργανώνεται η κυρίαρχη ηγεσία σε επίπεδο Ε.Ε., κοιτώντας να αυξήσει τα ποσοστά μεγέθυνσης του ΑΕΠ…

Είναι αποτέλεσμα αλληλεπιδράσεων της αμερικανικής στρατηγικής για την «Πρωτιά στον Κόσμο», με την ευρωπαϊκή εμμένεια στη ρήτρα ασφαλείας προς τις ΗΠΑ – μια ιδιόμορφη ασφαλιστική.

Τώρα, εν μέσω «εμβάθυνσης» της Ε.Ε.,  οι «πολιτικές λιτότητας» παίρνουν άλλον χαρακτήρα: Είναι οι πολιτικές «άμυνας», κι η «Συμμαχία των Προθύμων». Ας διερωτηθούμε: Προθυμία για τι;

Απαντάει λίγο-πολύ κι ο Πολωνός πρόεδρος: «Ναι, βάλτε τους πυραύλους μεγάλου βεληνεκούς», σε πολωνικό έδαφος, να κοιτούν Ρωσία.

Η «απειλή» Τραμπ απ’ τη μια, η Ρωσία απ’ την άλλην, η Τουρκία κι ο επεκτατισμός της, οι εμπορικοί πόλεμοι, η περαιτέρω ακρίβεια, οι ιδιωτικοποιήσεις κοινωφελών αγαθών – όλα διαφαίνονται για το κράτος ως αλληλοσυσχετιζόμενες αναγκαιότητες. «Επειδή έχουμε πόλεμο, έχουμε ακρίβεια, κι επειδή έχουμε ακρίβεια, έχουμε Τραμπ, κι επειδή έχουμε Τραμπ, έχουμε κι άλλο [εμπορικό] πόλεμο».

Ο παραλογισμός εγκαθιδρύεται, κι είναι ταξικός, φυλετικός, κι έμφυλος. Κι είναι εντός αυτού του παραληρηματικού πλέγματος που η φρίκη εφορμά.

Απεναντίας, ανθεί η κοινωνική κίνηση μετά την 28η Φλεβάρη, κι ένα σύνθημα αγωνιωδώς αναδύεται ξανά για ν’ ακουστεί και να εμπεδωθεί: «Δεν έχουμε πένθος εθνικό, έχουμε ταξικό πόλεμο». Είναι μια διάκριση κρίσιμη, λεπτή μες στη προφάνειά της, και απαραίτητη οργανωτική προϋπόθεση.

Σ’ αυτή τη κίνηση εντάσσεται το ξεμπρόστιασμα του ΓΕΕΘΑ και του υπουργείου Εξωτερικών ως προς την δολοφονική προχειρότητα της ανθρωπιστικής αποστολής στη Λιβύη, που είχε επικοινωνιακές και παρατηρησιακές σκοπιμότητες, μα και 5 νεκρούς, είναι καταλυτικό για το εθνικότροπο σχήμα: Ακόμη και οι λατρεμένοι του κράτους, τα στελέχη του Ελληνικού Στρατού, αντιμετωπίζονται με όρους στυγνής ανάλωσης και ξοδέματος.

Δε μπορεί να είναι αλλιώς, μέσα στο μεγάλο παιχνίδι που χτίζουν.

Εγχωρίως…

Ο πολιτικός λόγος των γονέων, η συνολικότερη δημόσια στάση τους, δεν είναι εθνικότροπη. Ούτε, από την άλλη, αποδομεί τις ανυπέρβλητες αντιφάσεις που κρύβονται πίσω απ’ τον όρο «Έλληνες/-ίδες». Διαφαίνεται ότι αγωνιά να σχηματίσει μια αντίθεση, της οποίας όμως η ταξικότητα δεν μπορεί να προσπεραστεί, ανάμεσα στο κράτος και τις στελεχώσεις του, και τον «απλό κόσμο».

Έτσι, ο καθημερινός «διπλανός» αναδεικνύεται σε πολιτικό υποκείμενο εδώ, επειδή αναγνωρίζει την ηθική στρέβλωση, το ψέμα και τη συμμοριοποίηση ενός θεσμού, του κράτους, που υποτίθεται συγκροτεί τις υλικές κοινωνικές προϋποθέσεις της κοινωνικής ευμάρειας. Επειδή, τελικά, αναγνωρίζεται ότι καμία τέτοια πρόθεση δεν έχει εγγενώς το κράτος, αλλά αποτελεί προϊόν πίεσης και ανταγωνισμού.

Κι αυτό γιατί το κράτος είναι ταξικά μεροληπτικό.

Δεν πρόκειται να γίνουμε «ακόλουθοι» κανενός. Αξίζει, όμως, να κοιτάξουμε τη δυνατότητα, ή το άνοιγμα μιας ανανεωμένης πολιτικής διαδρομής από τη βάση, η οποία, ακριβώς λόγω της απουσίας εμμονής με μια εθνική καθαρότητα, μπορούν επιτέλους να ακουστεί η ταξική, έμφυλη και φυλετική διάσταση της κρατικής περιφρόνησης.

ΚΚΟΚ

Μοιραστείτε το άρθρο