Μιά ποιητική ωδή από την Αργεντινή για τον Ντιέγκο Μαραντόνα

ΜΠΟΥΕΝΟΣ ΑΪΡΕΣ Του Diego Fischerman

Οι βίλες (villas) στην Ευρώπη αποτελούν την ακραία έκφραση της πολυτέλειας. Και η δυστυχία (miseria) είναι δυστυχία παντού. Οι Villas Miseria όμως, εκεί όπου γεννήθηκε ο Diego Maradona, υπάρχουν μόνο στη Λατινική Αμερική: η λάσπη, τα σπασμένα μπουκάλια, το νερό που μεταφέρεται με κουβάδες, τα μπάζα των μονίμως ανολοκλήρωτων κατασκευών. Εκεί όπου ο Diego Maradona έμαθε να παίζει ποδόσφαιρο – στην άκρη του πλούτου, και του ευρωπαϊκού ονείρου, των μεγάλων πόλεων. Μια Δύση φαντασιακή που βρίσκεται στον Βορρά. Η δυστυχία, μια ετερότητα πραγματική που βρίσκεται πάντοτε στον Νότο.

Ο Diego Maradona ήταν ένας σπουδαίος ποδοσφαιριστής. Είναι γνωστό ότι κατάφερνε το ακατόρθωτο: αντιμετώπιζε μόνος ολόκληρες σειρές αντιπάλων που εναλλάξ επιχειρούσαν να του πάρουν την μπάλα, πολλές φορές με τρικλοποδιές, από τις οποίες κατόρθωνε και σηκωνόταν με έναν μυστηριώδη τρόπο. Ψήλωνε και έσκιζε τον αέρα πάνω από παίκτες πολύ ψηλότερους από τον ίδιο και κατάφερνε να βάζει γκολ από θέσεις αντίθετες σε οποιονδήποτε φυσικό νόμο.

Αλλά αυτός δεν είναι ο μόνος λόγος που τον αγαπούν στη Νάπολη ή την Αργεντινή (η Βαρκελόνη, η οποία πάντα θεωρούνταν μέρος της Δύσης, δηλαδή του Βορρά, τον θαύμασε, αλλά δεν τον αγάπησε). Στο Νότο λατρεύεται γιατί ήταν τιμωρός. Ένας Θεός τιμωρός, αν θέλετε. Σκληρός, όπως συνήθως είναι οι θεοί. Αλαζονικός. Ακόμη και ζαβολιάρης. Όπως οι θεοί.

Μόνος -ή σχεδόν μόνος- κέρδισε αυτή τη μορφή πολέμου που είναι το ποδόσφαιρο, ίσως όχι λιγότερο επική από άλλες. Ένας πόλεμος ανάμεσα στον Νότο, τους άλλους, τους νέους βαρβάρους, και τον Βορρά. Η άνοδος της Νάπολης στους ουρανούς του ποδοσφαίρου δεν ήταν απλώς θέμα αθλητισμού. Ήταν θέμα ενός τέτοιου πολέμου. Το πρώτο γκολ της Αργεντινής εναντίον της Αγγλίας στο Μουντιάλ του 1986, αυτό που κατάφερε με απάτη και το απέδωσε στο «Χέρι του Θεού», ήταν το γκολ με το οποίο νικούσε εναντίον της Αυτοκρατορίας τον πόλεμο που είχε χάσει η δικτατορία. Και, πράγματι, δεν υπήρχε άλλη εξήγηση. Θα μπορούσε να είναι μόνο το χέρι ενός θεού εκείνο που τον ανέβασε σε ένα φτερωτό άρμα και τον έκανε να πετάξει πάνω από τον τερματοφύλακα με το τεντωμένο χέρι και σκόραρε, με αυτό το γκολ του τιμωρού, το γκολ του φτωχού, του πολυμήχανου απατεώνα που δεν έχει όπλα αλλά τον προστατεύουν οι θεοί.

Υπήρξε, βέβαια, κι ένα δεύτερο γκολ. Το Γινγκ του Γιανγκ. Το άθλημα στην υψηλότερη έκφρασή του –το στυλ καθεαυτό, η ομορφιά του σχεδίου, η υπέρτατη κομψότητα– σαν να ήθελε να δείξει ότι μπορούσε και μ’ αυτό τον τρόπο. Εάν το πρώτο γκολ ταπείνωσε μια φορά τους ισχυρούς -και γι’ αυτό αγαπήθηκε ο Diego- το δεύτερο τους ταπείνωσε ακόμη περισσότερο δείχνοντάς τους την πιο καθαρή -και πιο απρόσιτη γι’ αυτούς- ενσάρκωση εκείνου που θεωρούσαν ότι κατείχαν μόνο αυτοί.

Και γι’ αυτό αγαπήθηκε περισσότερο.