ΥΓΕΙΑ Η κυβέρνηση επιμένει στην εγκληματική πολιτική της προς όφελος της ιδιωτικής κερδοφορίας

Του Γιώργου Τσάμη

Από το ξέσπασμα της πανδημίας, η κυβέρνηση επιδεικνύει μία γενικευμένη απροθυμία όσον αφορά την ενίσχυση του δημόσιου συστήματος υγείας. Αρνούμενη για μήνες την επίταξη των ιδιωτικών κλινικών, την πραγματοποίηση προσλήψεων ιατρικού και νοσηλευτικού προσωπικού, την αγορά ενός επαρκούς αριθμού διαγνωστικών τεστ και την αύξηση του αριθμού ΜΕΘ και ΜΑΦ, επιστρατεύει την καταστολή και επιχειρεί την επιβολή του φόβου σε βάρος της κοινωνίας, επιδιώκοντας την ενοχοποίησή της στο όνομα του ιδεολογήματος της “ατομικής ευθύνης”.

Η κρατική διαχείριση της υγειονομικής κρίσης έχει γίνει ξεκάθαρο πως δεν αποσκοπεί στην προστασία της δημόσιας υγείας και στην κάλυψη των κοινωνικών αναγκών που έχουν προκύψει από την αρχή της μέχρι και σήμερα. Το πρωταρχικό μέλημα του κράτους παραμένει ίδιο: η διασφάλιση της κερδοφορίας του κεφαλαίου. Αν δεν ήταν αυτό, τα αιτήματα των εκπαιδευτικών για 15 μαθητές/τριες ανά τάξη θα είχαν γίνει πράξη, τα δρομολόγια στα ΜΜΜ αντί να μειωθούν θα είχαν αυξηθεί και θα υπήρχε ένας στοιχειώδης έλεγχος των τουριστικών ροών το καλοκαίρι.

Στο ίδιο μοτίβο, η κυβέρνηση επιμένει στην άρνησή της για πραγματοποίηση προσλήψεων ιατρών και νοσηλευτών, επιλέγοντας να μεταφέρει ειδικευόμενους ιατρούς και νοσηλευτές/τριες στην ιδιωτική  κλινική “Λυσίμαχος Σαραφιανός”. Το επικοινωνιακό παιχνίδι της κρατικής πολιτικής συνεχίζεται, καθώς επιχειρείται να παρουσιαστεί ως επίταξη η ενοικίαση των Μονάδων Εντατικής Θεραπείας στην εξωφρενική τιμή των 1.600 ευρώ ανά ημέρα νοσηλείας.

Την ίδια χρονική στιγμή, οι εργαζόμενοι στη δημόσια υγεία βρίσκονται εκτεθειμένοι στον ιό, με πολλούς να έχουν ήδη νοσήσει. Όσο τα υποστελεχωμένα δημόσια νοσοκομεία στέκονται όρθια, χάρη στις υπερωρίες ιατρών και νοσηλευτών/τριών, η κυβέρνηση αποφασίζει τη μεταφορά τους στις “επιταχθείσες” κλινικές, χωρίς φυσικά να πραγματοποιήσει προσλήψεις ώστε να αποφευχθεί η κατάρρευση του δημοσίου συστήματος υγείας.

Με βάση τα υπαρκτά δεδομένα, θα μπορούσαμε να χαρακτηρίσουμε την κρατική διαχείριση της πανδημία ς-δίχως ίχνος υπερβολής μάλιστα- ως έναν (έμμεσο) δολοφόνο. Έχει γίνει ολοφάνερο πλέον πως η κυβερνητική πολιτική κοστολογεί την αξία της ανθρώπινης ζωής ως λιγότερο σημαντική από την ανάγκη των αφεντικών για κερδοφορία.