Διεθνιστική Κίνηση Antiwar: Ενάντια στον επικίνδυνο ελληνοτουρκικό ανταγωνισμό

Το κείμενο που ακολουθεί είναι μέρος της μπροσούρας που εξέδωσε η Διεθνιστική Κίνηση Antiwar στην Θεσσαλονίκη τον Μάρτιο του 2020 και παρουσίασε σε δημόσια εκδήλωση στις 17/7.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΤΡΙΤΟ

Η ΕΛΛΑΔΑ ΠΟΛΕΜΑΕΙ ΤΟ ΝΕΟ ΑΝΤΙΠΟΛΕΜΙΚΟ ΚΙΝΗΜΑ

Το αντιπολεμικό κίνημα προκειμένου να γίνει ικανό να μπλοκάρει την εν ενεργεία πολεμική μηχανή του ελληνικού κράτους αλλά και να αποτρέψει οποιοδήποτε ενδεχόμενο διακρατικού πολέμου, χωρίς να ενσωματωθεί συνολικά ή εν μέρει από την εθνική στρατηγική, οφείλει να επαναξιολογήσει τα κριτήρια βάσει των οποίων συγκροτούσε τις δράσεις και τον προσα­νατολισμό του.

Συνοπτικά, τα κυριότερα σφάλματα θεωρούμε ότι προκύπτουν από τις εξής αντιλήψεις:

α)Η Ελλάδα είναι χώρα εξαρτημένη και υποτελής χωρίς δική της στρατηγική.

β) Απέναντι στον ιμπεριαλιστικό “εισβολέα”, το αντιπολεμικό κίνημα υποστηρίζει το “αμυνόμενο” έθνος-κράτος και τους διαχει­ριστές του απωθώντας τους εσωτερικούς, εμφύλιους διαχωρισμούς και την ταξική κυριαρχία εντός του, φετιχοποιώντας πολλές φορές μια μεθοδολογία εθνικοαπελευθερωτικού κινήματος μιας προηγού­μενης περιόδου ή τα αιτήματα για εθνική ανεξαρτησία.

γ)Ο πόλεμος είναι κάτι που συμβαίνει και διεξάγε­ται περισσότερο ή λιγότερο μακριά από την Ελλάδα.

Δε θεωρούμε ότι τα αντιπολεμικά κινήματα στην Eλλάδα είχαν στο σύνολο τους αυτά τα χαρακτηριστικά αλλά σίγουρα ένας παραδοσια­κά αντιιμπεριαλιστικός λόγος, ένα απλώς αντι-αμερικάνικο αίσθημα αφορούσε μεγάλα κομμάτια των κινημάτων κι ενδεχομένως καθόρισε την έκβασή τους. Αυτή η γραμμή ανάλυσης και σκέψης είχε ως κύριο άξονα τη θεωρία της εξάρτησης. Σύμφωνα με αυτήν η Ελλάδα απο­τελεί εξαρτημένο κράτος υπό την επιρροή των ΗΠΑ (και πιο πρόσφα­τα για κάποιους της Γερμανίας). Αυτό σημαίνει ότι η ντόπια αστική τάξη είναι ανίσχυρη και μη συγκροτημένη ή και παρασιτική και μη παραγωγική, δεν έχει δικιά της εθνική στρατηγική, ενώ το κράτος ου­σιαστικά δουλεύει για τα συμφέροντα ξένου κεφαλαίου που δραστη­ριοποιείται στην χώρα, είναι υπόδουλο σε αυτό, ξεπουλάει τον εθνικό πλούτο στους ξένους. Στόχος ήταν η απεξάρτηση, ένα εθνικό σχέδιο παραγωγικής ανασυγκρότησης της οικονομίας σε συμμαχία με παρα­γωγικά μη ξενόδουλα κομμάτια του ντόπιου κεφαλαίου, παράλλη­λα με τη δημιουργία ενός κράτους κοινωνικής πρόνοιας για τον λαό.

Σε αυτά τα πλαίσια, σε προηγούμενες εξάρσεις του (πχ, Κοσ­συφοπέδιο, Ιράκ) , κομμάτι του ευρύτερου αντιπολεμικού κινήμα­τος ήταν κίνημα κατά των πολέμων των ΗΠΑ, αλληλεγγύη στους αμυνόμενους λαούς απέναντι στον κοινό μας δυνάστη. Σαν προέ­κταση, κομμάτια αυτού του κινήματος υποστήριζαν τα αμυνόμενα έθνη-κράτη (Σερβία του Μιλόσεβιτς, Ιράκ του Σαντάμ, πρόσφατα το Ιράν).

Σε κάποιες περιπτώσεις το πολιτικό περιεχόμενο που κυριαρ­χούσε συμπεριλάμβανε κομμάτια της ελληνικής αστικής τάξης (πχ η ελληνοσερβική φιλία στον πόλεμο του Κοσσυφοπεδίου, που προωθούσαν πολλά καθεστωτικά μέσα και περσόνες, με τις ελ­ληνικές επενδύσεις στη Σερβία και την συμμαχία του ελληνικού κράτους μαζί της). Ενίοτε, πολιτικοί εκφραστές-διαμεσολαβητές του κινήματος ευθυγραμμίζονται με την εθνική στρατηγική παραβλέποντας πολεμικές ενέργειες του ελληνικού κράτους σε στρα­τηγικά για αυτό πεδία (πχ ΚΚΕ για μεταναστευτικό, ΑΟΖ, χωρικά ύδατα). Έτσι δεν βλέπουν καν την ανάγκη ανάπτυξης αντιπολεμι­κού κινήματος στο σήμερα που να εναντιώνεται έμπρακτα σε αυτή την πολεμική, ουσιαστικά, στρατηγική. Αυτό είναι, κατά τη γνώ­μη μας, και το μεγαλύτερο έλλειμμα του αντιπολεμικού κινήματος της προηγούμενης περιόδου. Αγνοώντας την πολεμική δράση του ελληνικού κράτους στο σήμερα, περιορίζεται σε διαμαρτυρίες ενα­ντίον πολέμων που διεξάγονται κάπου αλλού (κοντά ή μακριά). Από τη δικιά μας σκοπιά το ελληνικό κράτος βρίσκεται σε εντελώς διαφορετική θέση. Αντιλαμβανόμαστε το ελληνικό κράτος ως μια εν ενεργεία πολεμική μηχανή τόσο στο εσωτερικό απέναντι στους πληθυσμούς τους οποίους φιλοδοξεί να διαχειριστεί όσο και στο εξωτερικό, έχοντας σημαντικό και εξέχοντα ρυθμιστικό ρόλο σε Βαλκάνια και Ανατολική Μεσόγειο. Η αναγνώριση της στρατηγι­κής και η ερμηνεία των ενεργειών του είναι προϋποθέσεις ενός επι­κινδύνου αντιπολεμικού κινήματος των καταπιεσμένων σήμερα.

Ελλάδα-κυρίαρχο έθνος-κράτος: Το κεφάλαιο

Η ακριβής σύνθεση της Ελληνικής αστικής τάξης, ο βαθμός συγκέ­ντρωσης και τεχνικής σύνθεσης του κεφαλαίου, η διείσδυση ελ­ληνικού κεφαλαίου σε χώρες του εξωτερικού και ξένου κεφαλαίου την Eλλάδα, ο ρόλος και η θέση του ελληνικού κεφαλαίου διεθνώς, είναι ζητήματα που η αναλυτική τους εξέταση προς το παρόν υπερ­βαίνει τις δυνάμεις μας. Μπορούμε όμως σε γενικές γραμμές να πούμε ότι, όπως στις περισσότερες χώρες της Δύσης έτσι και στην Eλλάδα η οικονομία είναι τριτογενοποιημένη σε μεγάλο βαθμό (ιδι­αίτερη βαρύτητα έχει ο κλάδος του τουρισμού), το ελληνικό κεφά­λαιο στις μεταφορές είναι από τα σημαντικότερα παγκοσμίως (οι έλληνες εφοπλιστές κατέχουν τον δεύτερο μεγαλύτερο εμπορικό στόλο), ενώ στον δευτερογενή τομέα δραστηριοποιείται ένα μικρό αλλά ενεργό κομμάτι της αστικής τάξης.

Το ελληνικό κεφάλαιο έχει σημαντική διείσδυση στα Βαλκάνια. Πολλές ελληνικές επιχειρήσεις έχουν μεταφέρει εκεί τις παραγω­γικές μονάδες τους ή έχουν ανοίξει καινούργιες θέλοντας να εκμε­ταλλευτούν το εκεί φτηνό εργατικό δυναμικό. Ελληνικές τράπεζες (Πειραιώς) παίζουν σημαντικό ρόλο στο τραπεζικό σύστημα βαλ­κανικών χωρών (Β. Μακεδονία, Βουλγαρία). Το ελληνικό κεφάλαιο ως το πιο ανεπτυγμένο της χερσονήσου βλέπει τα Βαλκάνια σαν οικονομική του περιφέρεια και αποτελεί σημαντικό ρυθμιστή των εξελίξεων. Στη μέση ανατολή το ελληνικό κατασκευαστικό κεφά­λαιο έχει το δικό του μερίδιο στην πίτα της ανοικοδόμησης διαλυ­μένων περιοχών, εξαργυρώνοντας έτσι τη συμμετοχή του ελληνι­κού κράτους στις ΝΑΤΟικές επιχειρήσεις στην περιοχή.

Το κράτος

Το ελληνικό κράτος αποτελεί πολιτικό εκφραστή και ένοπλο δια­πραγματευτή για τα συμφέροντα της αστικής τάξης, τόσο στο εξω­τερικό όσο και στο εσωτερικό. Άλλωστε, κάθε κράτος αποτελεί μια κοινωνική σχέση κυριαρχίας στο εσωτερικό και το εξωτερικό. Στο εσωτερικό εξασφαλίζει συνθήκες κατάλληλες για την ομαλή ανα­παραγωγή του κεφαλαίου, αναδιαρθρώνοντας κοινωνικές-παραγωγικές σχέσεις με στόχο την ανταγωνιστικότητα του κεφαλαίου και συνολικά υπέρ ενός περιβάλλοντος άμυνας/ασφάλειας, ενώ πα­ράλληλα καταστέλλει ή/και ενσωματώνει τους αγώνες των προλε­ταρίων. Στο εξωτερικό διαπραγματεύεται προς όφελος του εθνικού κεφαλαίου με τα άλλα έθνη-κράτη. Χαρακτηριστικά, στα χρόνια των μνημονίων, κατάφερε αψηφώντας τις πιέσεις των γερμανών δανειστών να μην πειραχτούν τα κέρδη των ελλήνων εφοπλιστών (οι γερμανοί ζητούσαν μεγαλύτερη φορολόγηση) και να παραμείνει χαμηλότερος ο ΦΠΑ στα τουριστικά νησιά. Έδειξε έτσι την πρό­θεση και εν τέλει την ικανότητα να υπερασπιστεί δύο στρατηγικής σημασίας κλάδους της ελληνικής οικονομίας.

Σημαντική προϋπόθεση για την κυριαρχία ενός κράτους είναι η ομογενοποίηση του εσωτερικού του παράλληλα με την στράτευση η έστω την ανοχή των καταπιεσμένων στα σχέδια και τα συμφέροντα της κυρίαρχης τάξης. Η μορφή που ιστορικά επικράτησε λόγω της ικανότητάς της στην επίτευξη των δύο παραπάνω στόχων στα πλαί­σια μιας καπιταλιστικής οικονομίας είναι το έθνος-κράτος. Η εθνική ιδεολογία καταφέρνει τόσο να δημιουργήσει έναν κοινό, ομογενή χώρο κίνησης κεφαλαίου και εργασίας και μια εσωτερική αγορά, όσο και να κατασκευάσει μια κοινότητα κυρίαρχων και υποτελών εξυπηρετώντας την αποδοχή ή και την ενεργό στράτευση των δεύ­τερον στα σχέδια των πρώτων.

Το ελληνικό κράτος, μετά από βίαιες προσπάθειες δεκαετιών, μετά την ανταλλαγή πληθυσμών του 1923, την κρατική απαγόρευση σλάβικων και άλλων διαλέκτων, την καταστολή και περιθωριοποί­ηση της σλαβομακεδονικής μειονότητας μετά τον εμφύλιο, την ανα­γνώριση της τουρκικής μειονότητας της Θράκης σαν μουσουλμανι­κής, έχει σε μεγάλο βαθμό καταφέρει να δημιουργήσει μια ομογενή εθνική κοινότητα. Και η επιτυχία του αυτή είναι κομβική, καθώς το προστατεύει από την αποσταθεροποιητική επίδραση εθνικών ή θρη­σκευτικών κινημάτων στο εσωτερικό που μπορούν να αξιοποιηθούν από ανταγωνιστικά έθνη-κράτη, ενώ ταυτόχρονα το βοηθάει να εν­σωματώνει τα ταξικά κινήματα (με την ταυτοποίηση τους ως εθνολαϊκιστικά). Μπορεί έτσι να αναδιαρθρώνει τις κοινωνικές σχέσεις στο εσωτερικό, ενσωματώνοντας τις αντιδράσεις (πχ εθνική προ­σπάθεια για το τέλος των μνημονίων, και πρόσφατα για τη φύλαξη του Έβρου και τον “πόλεμο” στον covid-19).

Παράλληλα, το ελληνικό κράτος έχει καταφέρει να εκσυγχρονί­σει αφενός τα δόγματα άμυνας και ασφάλειας του ελληνικού στρα­τού και αφετέρου το νομικό οπλοστάσιο απέναντι στους καταπιε­σμένους και τους αγώνες τους. Το 2001, λίγες μέρες μετά από την επίθεση στους Δίδυμους Πύργους, εκδόθηκε το κείμενο “Αμυντικής Στρατηγικής Αναθεώρησης” του υπουργείου άμυνας, που αναφε­ρόταν σε μια αναπροσαρμογή της εθνικής αμυντικής στρατηγικής στο πλαίσιο μιας νέας παγκόσμιας αρχιτεκτονικής ασφαλείας και την εναρμόνιση με τις στρατηγικές ασφαλείας των υπερεθνικών, δι­εθνών οργανισμών. Στο κείμενο αυτό εισάγεται η έννοια του υβριδικού πολέμου ως πολέμου που διαφέρει από τις συνηθισμένες μορ­φές και αφορά ένα οργανωμένο κράτος από τη μια και από την άλλη “ομάδες συμφερόντων” και απαριθμούνται πιθανές περιπτώσεις υβριδικού πολέμου: “διεθνής τρομοκρατία, όπλα μαζικής καταστρο­φής, διεθνές οργανωμένο έγκλημα, εμπόριο ναρκωτικών, διαφθορά και λαθρομετανάστευση”. Από το 2001 μέχρι σήμερα, το ελληνικό κράτος πραγματοποιεί ένα διαρκή εξορθολογισμό των δογμάτων άμυνας-ασφάλειας και του νομικού οπλοστασίου του με άξονα την αποτελεσματική καταστολή και ενσωμάτωση των κοινωνικών αγώ­νων τους οποίους αξιολογεί συνεχώς για να βγάλει τα συμπεράσματά του. Αυτός ο εξορθολογισμός περιλαμβάνει διάφορες στιγμές όπως το “Μνημόνιο καταστολής πλήθους”, τη δημιουργία νέων σω­μάτων ασφαλείας, την οργάνωση φασιστικών λέσχων εφέδρων και ταγμάτων εθνοφυλακής, το Δόγμα Στρατού ξηράς του 2014, αντι- τρομοκρατικές νομοθεσίες και τρομονόμους, εκχώρηση της διαχεί­ρισης του “μεταναστευτικού” στο στρατό και ίδρυση του συστήμα­τος hotspot στο πλαίσιο της στρατιωτικοποίησης και της έκτακτης ανάγκης, το νέο νομοσχέδιο περιορισμού των διαδηλώσεων.

Στο πλαίσιο ομογενοποίησης και αποτελεσματικής διαχείρισης του εσωτερικού βλέπουμε και την ενσωμάτωση των κινημάτων του 2008-2012 από την εκλογική προσδοκία μιας αριστερής πατριωτι­κής κυβέρνησης, με την οποία το ελληνικό κράτος κατάφερε να έχει ένα κομμάτι του προλεταριάτου υποστηρικτή στην διαπραγμάτευ­ση με τους «ξένους». Η εσωτερική-ταξική διαπραγμάτευση έκλεισε και άνοιξε η εξωτερική-εθνική με τους “τοκογλύφους”-δανειστές. Απέκτησε δε, πολύ πιο ενεργό ρόλο στις περιφερειακές πολεμικές εξελίξεις, είτε μέσω του ΝΑΤΟ είτε με διακρατικές συμφωνίες, θέ­τοντας επιθετικά στο τραπέζι ζητήματα όπως οι ΑΟΖ και τα χωρικά ύδατα, συμμετέχοντας από κοινού με την Τουρκία στη κλιμάκωση των μεταξύ τους σχέσεων. Πέτυχε μια ευνοϊκή συμφωνία για την ένταξη της Μακεδονίας σε ΕΕ και ΝΑΤΟ, προετοιμάζοντας ένα δεύτερο κύμα εξόρμησης του ελληνικού κεφαλαίου στα Βαλκάνια.

Η εθνική στρατηγική

Η διεθνής ισχύς ενός έθνους κράτους καθορίζει το πώς αυτό μπο­ρεί να προωθεί τα συμφέροντα του δικού του κεφαλαίου επί των ανταγωνιστών στο εξωτερικό. Εξαρτάται από πλήθος παραγό­ντων: την παραγωγικότητα της εργασίας, την σύνθεση του κεφα­λαίου, την ήττα του κινήματος στο εσωτερικό, τα συγκριτικά οι­κονομικά ή γεωγραφικά πλεονεκτήματα, τη στρατιωτική ισχύ, το απόλυτο μέγεθος του πληθυσμού, ως δεξαμενή εκμετάλλευσης.

Το σημαντικότερο πλεονέκτημα της Ελλάδας στον διεθνή ανταγω­νισμό είναι η γεωγραφική της θέση. Αυτό την καθιστά κόμβο εμπο­ρικών και ενεργειακών ροών και εν δυνάμει ρυθμιστή τους. Η πλή­ρης αξιοποίηση του πλεονεκτήματος σημαίνει τον έλεγχο της στο Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο. Η αύξηση του ελέγχου αυτού αποτελεί βασική στρατηγική του ελληνικού κράτους για πάνω από 100 χρόνια. Η στρατηγική της αυτή οδηγεί σε ανταγωνισμό με την Τουρκία, που βλέπει τον ίδιο χώρο σαν πεδίο ανάπτυξης της δικής της ισχύος. Τις δύο φορές που η Eλλάδα προσπάθησε να πραγματώ­σει τον στόχο της στρατιωτικά, δίχως διεθνή στήριξη, βασιζόμενη στις δικές της δυνάμεις απέτυχε (εκστρατεία στην Άγκυρα-1922, ει­σβολή στην Κύπρο-1974). Τις τελευταίες δεκαετίες έχει σημειώσει κάποιες διπλωματικές επιτυχίες (ένταξη του ελληνικού κομματιού της Κύπρου στην ΕΕ). Η μορφή που παίρνει η ελληνική στρατηγική προσαρμοσμένη στα σημερινά δεδομένα περνά μέσα από τη μονο­μερή ανακήρυξη ΑΟΖ σε Αιγαίο και Ανατολική Μεσόγειο αξιοποιώντας το Καστελόριζο, δημιουργώντας μια ενιαία ζώνη ΑΟΖ Ελλάδας-Κύπρου. Σε δεύτερο χρόνο περιλαμβάνεται η επέκταση των χωρικών υδάτων.

Ελλάδα και Τουρκία

Με βάση τα παραπάνω η εθνική στρατηγική είναι επεκτατική, κα­θιστώντας τον ελληνικό καπιταλισμό επιθετικό. Στο πλαίσιο αυτό, η Ελλάδα συμμετέχει στον πολεμικό άξονα Ελλάδας-Κύπρου-Ισραήλ-Αιγύπτου προσπαθώντας να ανακηρύξει ΑΟΖ μονομερώς. Έχει ανάμειξη στον εμφύλιο της Λιβύης έχοντας συμφωνήσει ΑΟΖ με τον συνταγματάρχη Χαφτάρ ο οποίος μάχεται ενάντια στις κυβερνητι­κές δυνάμεις που στηρίζονται από την Τουρκία. Έχει αρνηθεί στο παρελθόν διπλωματική επίλυση των διαφορών της με την Τουρκία για το ζήτημα της υφαλοκρηπίδας. Συμμετέχει στην αποσταθερο­ποίηση της Μέσης Ανατολής στηρίζοντας τις ενέργειες του ΝΑΤΟ, άλλοτε στρατιωτικά με ανθρώπινο δυναμικό και άλλοτε μέσω ΝΑ- ΤΟικών βάσεων στο έδαφός της, προσβλέποντας μεσοπρόθεσμα στην αποσταθεροποίηση της Τουρκίας. Στο ίδιο πλαίσιο, έχει στη­ρίξει το κουρδικό εθνικοαπελευθερωτικό κίνημα, παρέχοντας οπλι­σμό και εκπαιδεύοντας αντάρτες στο έδαφός της.

Από την πλευρά της η Τουρκία, που γνώρισε μεγάλη οικονο­μική και βιομηχανική ανάπτυξη την τελευταία εικοσαετία, θέλει να αποτελέσει τον βασικό πόλο ισχύος της περιοχής, αξιοποιώντας συν τοις άλλοις την επιρροή της σε σουνίτικους πληθυσμούς. Η στόχευσή της αυτή την καθιστά επιθετική επίσης, όχι μόνο προς την Ελλά­δα, αλλά και προς τα περισσότερα γειτονικά κράτη με στρατηγικές αξιώσεις. Οι επιδιώξεις της εξυπηρετούνται από το εθνικιστικό και μιλιταριστικό καθεστώς του Ερντογάν, ένα καθεστώς βίας και κα­ταστολής στο εσωτερικό, τόσο απέναντι σε μειονότητες (Κούρδοι) όσο και απέναντι στο ταξικό κίνημα της χώρας.

Αξιολογώντας τα παραπάνω καταλήγουμε ότι ο ελληνοτουρκικός ανταγωνισμός, παρά την διαφορά οικονομικής και στρατιωτικής ισχύος, δεν έχει αμυνόμενο και επιτιθέμενο. Είναι επιθετικός και από τις δύο πλευρές, ενώ οι προλετάριοι στις δύο χώρες δεν έχουν κανένα συμφέρον από τη συμμετοχή τους σε αυτόν, στηρίζοντας το δικό τους κράτος. Ο στρατηγικός χαρακτήρας του ανταγωνισμού σπρώχνει τα δύο κράτη σε μια κούρσα εξοπλισμών όπου δαπανάται δυσανάλογα μεγάλο ποσοστό του ΑΕΠ τους. Η διαπραγμάτευσή τους μπορεί να πάρει και ένοπλες μορφές (μικροσυμπλοκές, θερμά επεισόδια). Ενδεικτικό του πλαισίου στο οποίο διεξάγεται ο αντα­γωνισμός είναι ότι οι εντάσεις στο αιγαίο αποφεύγονται εκατέρω­θεν όσο διαρκεί η τουριστική σεζόν. Ένας γενικευμένος πόλεμος θα αποτελούσε μάλλον αποτέλεσμα διπλωματικού ατυχήματος και δεν περιλαμβάνεται στους άμεσους σχεδιασμούς των δύο κρατών, κα­θώς θα είχε πολύ μεγάλα κόστη και για τις δύο πλευρές. Η μόνη εγγύηση για την αποτροπή ενός τέτοιου ατυχήματος, όμως, είναι το κίνημα των από τα κάτω στις δύο χώρες και η διεθνιστική του σύν­δεση, η άρνησή του να συνταχτεί πίσω από τα εθνικά συμφέροντα, εκφρασμένη με όρους επιβολής των επιθυμιών των καταπιεσμένων που αναιρεί τη συνθήκη ελέγχου του εσωτερικού που επιτρέπει στα κράτη να προβάλουν την ισχύ τους στο εξωτερικό.

Ο ελληνοτουρκικός ανταγωνισμός οριοθετείται και καθορίζεται από την ελληνοτουρκική συνεργασία. Η σχέση των δύο κρατών δεν είναι αποκλειστικά ανταγωνιστική ούτε θα μπορούσε να ήταν σε συνθήκες γενικευμένων αναταραχών και ανακατατάξεων στην ευ­ρύτερη περιοχή. Η ελληνοτουρκική συνεργασία αφορά:

α)Τη διαχείριση του μεταναστευτικού-προσφυγικού. Πιο σωστά τον ακήρυχτο πόλεμο ενάντια σε πρόσφυγες και μετανάστες, τη διαχείριση των “εξαιρετικών μεταναστευτικών ροών” στο πλαίσιο της Συμφωνίας Ε.Ε.-Ελλάδας-Τουρκίας που σημαίνει τον εγκλει­σμό των μεταναστ(ρι)ών σε hotspot-στρατόπεδα συγκέντρωσης προκειμένου τα “απόβλητα” προς “ανακύκλωση” του πολέμου που διεξάγει η Δύση και οι ολοκληρώσεις της να μην φτάνουν στην πόρ­τα της. Φυσικά, πρόσφατα το τουρκικό κράτος αποφάσισε να μη μπλοκάρει τις ροές προς την Ευρώπη, με την απελευθέρωση τους να χρησιμοποιείται από αυτό ως εργαλείο διαπραγμάτευσης, αλλά μεσοπρόθεσμα και μακροπρόθεσμα η τάση που επικρατεί είναι αυτή της συνεργασίας.

β) Στον πόλεμο κατά της τρομοκρατίας, στους εξοπλισμούς, στην εθνική ενότητα: Τα δύο κράτη, όπως όλα τα κράτη του πλα­νήτη, αναγνωρίζουν την ασφάλεια ως προϋπόθεση της ανάπτυξης. Έτσι συνεργάζονται ενάντια στην τρομοκρατία (βλ. Κοινές δηλώ­σεις Τσίπρα-Ερντογάν) με άξονα την αντιμετώπιση των μη κρατι­κών δρώντων που αποτελούν κομμάτια του ανταγωνιστικού κινή­ματος και στις δύο χώρες. Η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ προχώρησε σε 9 συλλήψεις τούρκων αγωνιστών, η κυβέρνηση της Ν.Δ. πρόσφατα σε εισβολή σε στέκι του DHKP-CP και συλλήψεις. Και τα δύο κράτη, προφασιζόμενα τον μεταξύ τους ανταγωνισμό καταφέρνουν τα εξής: κέρδη για τις πολεμικές βιομηχανίες, θωράκιση της εθνικής ενότητας.

γ)Στην ενεργειακή ασφάλεια του δυτικού-νατοϊκού στρατοπέ­δου: Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί ο αγωγός TAP στον οποίο συνεργάζονται τα δύο κράτη.

ΕΕ και ΝΑΤΟ

Από πολλούς η συμμετοχή της Ελλάδας σε ΕΕ και ΝΑΤΟ ερ­μηνεύεται ως απόδειξη της εξάρτησής της. Η συμμετοχή της για μας είναι συνειδητή ένταξη της σε οικονομικές-στρατιωτικές ολοκληρώσεις με κριτήρια οφέλους-κόστους και μέσα από αυτήν επιχειρείται η προώθηση των εθνικών συμφερόντων. Οι διαφορές οικονομικής και στρατιωτικής ισχύος μεταξύ των κρατών-μελών της ΕΕ είναι προφανείς και καθορίζουν σε μεγάλο βαθμό τις πολιτικές που ακολουθεί κεντρικά η ολοκλήρωση. Σε αυτές όμως δεν βλέπουμε διαφορά ποιότητας ιμπεριαλιστικών-εξαρτημένων κρατών αλλά διαφορές βαθμού μεταξύ κυρίαρχων εθνών-κρατών όσον αφορά την σύνθεση και την παραγωγικότητα του κεφαλαίου, την ανταγωνιστικότητα της οικονομίας συνολικά, και την στρατιω­τική ισχύ. Μέσα από την συμμετοχή του στην ΕΕ το ελληνικό κρά­τος αποσκοπεί κατ’ αρχήν στην ενίσχυση της κυριαρχίας του στο εσωτερικό. Αξιοποιεί έτσι ευρωπαϊκά εργαλεία (ελαστικές σχέσεις εργασίας, σύνδεση πανεπιστημίου με αγορά κτλ) αναδιαρθρώνοντας κοινωνικοοικονομικές σχέσεις με κριτήριο την ανταγωνιστικό­τητα του ελληνικού κεφαλαίου, πείθοντας ταυτόχρονα (και σε αυτό συμβάλλουν και οι θεωρίες περί εξάρτησης) κομμάτια των πληττόμενων υποκειμένων ότι οι αναδιαρθρώσεις αυτές επιβάλλονται στο ίδιο από τα ισχυρά κράτη της εΕ. Έτσι, εξασφαλίζει συναίνεση ή, έστω, ανοχή στις αναδιαρθρώσεις του. Ταυτόχρονα, διαπραγματεύ­εται επιτυχώς, ώστε στρατηγικοί κλάδοι του ελληνικού κεφαλαίου να μην πληγούν από τις απαιτήσεις των ευρωπαίων εταίρων.

Στα πλαίσια της κοινής αγοράς η Ελλάδα προσπαθεί, όπως και κάθε άλλο κράτος-μέλος, να αξιοποιήσει τα συγκριτικά της πλεονεκτήματα (τουρισμός, μεταφορές, κάποια αγροτικά προ­ϊόντα). Ιδιαίτερα στον δευτερογενή τομέα δεν μπορεί να αντα­γωνιστεί την παραγωγικότητα του κεφαλαίου άλλων χωρών (Γερμανία, Γαλλία, Ολλανδία) και έτσι για δεκαετίες είναι χώρα εισαγωγική με μεγάλα ελλείμματα. Τα τελευταία λίγα χρό­νια όμως, με μοχλό την βίαιη υποτίμηση του ντόπιου εργατι­κού δυναμικού έχει καταφέρει να εξισορροπήσει τα ισοζύγιά της.

Το ΝΑΤΟ αποτελεί μια διεθνή στρατιωτικοπολιτική συμμαχία με ηγέτιδα δύναμη τις ΗΠΑ. Αυτό όμως δεν συνεπάγεται αυτόματα την υποταγή των σύμμαχων κρατών σε αυτές. Αν και τα τελευταία χρόνια η αμφισβήτηση των ΗΠΑ ως πρώτης οικονομικής δύναμης από την Κίνα, δημιουργεί προϋποθέσεις για ένα πολυπολικό παγκό­σμιο σύστημα, αυτές διατηρούν ακόμα την πιο σύγχρονη και καλά εξοπλισμένη πολεμική μηχανή του πλανήτη μακράν της δεύτερης. Για να παραμείνουν η ηγέτιδα δύναμη παγκοσμίως, αναγκάζονται να επιχειρούν σε πλανητική κλίμακα, σε μια προσπάθεια ελέγχου ροών ενέργειας, πληροφοριών και εμπορευμάτων, αποκλείοντας από αυτόν τον έλεγχο τους ανταγωνιστές τους. Η δράση όμως σε πλανητική κλίμακα περνάει αναγκαία μέσα από συμμαχίες -στρα­τηγικές ή τακτικές- με άλλα έθνη-κράτη και μη κρατικούς δρώντες που αναπτύσσουν την ισχύ σε τοπική-περιφερειακή ή και διηπειρω­τική κλίμακα, στις ζώνες που επιχειρούν οι ΗΠΑ. Οι συμμαχίες αυ­τές δεν επιβάλλονται αλλά προϋποθέτουν μια στρατηγική ή έστω συγκυριακή σύγκλιση συμφερόντων. Οι όροι τους ποικίλουν ανά­λογα με τους συσχετισμούς ισχύος, νοούμενοι όμως όχι σαν αφη- ρημένα, απόλυτα στρατιωτικοοικονομικά μεγέθη, αλλά σαν συνάρ­τηση του κατά πόσο αυτά τα μεγέθη μπορούν και πόσο αναγκαίο είναι να αναπτυχτούν στην εκάστοτε συγκυρία, σε ένα πραγματι­κό πλαίσιο κοινωνικών, πολιτισμικών, γεωγραφικών παραγόντων, που δεν είναι στατικοί αλλά ρευστοί και μεταβλητοί. Στα πλαίσια αυτά η ένταξη της Μακεδονίας στο ΝΑΤΟ, σενάριο σταθερά επι­θυμητό από τις ΗΠΑ, έπρεπε να εξασφαλίσει την συγκατάθεση της Ελλάδας, που εξασφαλίστηκε με μια ιδιαίτερα ευνοϊκή συμφωνία.

Η συμμετοχή στο ΝΑΤΟ υποδηλώνει μια στρατηγική σύ­μπλευση μακράς προοπτικής η οποία δεν αποκλείει επιμέρους συ­γκυριακές συγκρούσεις μεταξύ των κρατών μελών. Έτσι το 2003, η Τουρκία, μέλος της συμμαχίας, δεν έδωσε δικαίωμα χρήσης του εδάφους της από τις ΝΑΤΟικές δυνάμεις που επιχείρησαν στο Ιράκ, κρίνοντας ότι η ανατροπή του Σαντάμ και η αποσταθεροποί­ηση της περιοχής βλάπτει τα δικά της συμφέροντα. Η Γαλλία και οι ΗΠΑ συγκρούονται σταθερά στην υποσαχάρια Αφρική με μορ­φές που ποικίλουν από την διπλωματία ως την ένοπλη σύγκρουση δι’ αντιπροσώπων, με ενεργή υποστήριξη των δύο κρατών (οπλι­σμός, εκπαίδευση, μυστικές υπηρεσίες) σε αντιμαχόμενες πλευρές. Η Ελλάδα δεν συμμετέχει στο ΝΑΤΟ από εξαναγκασμό αλλά για να αποκομίσει οφέλη. Η υποστήριξη των επιχειρήσεων της συμμαχίας, είτε με στρατό είτε μέσω τον ΝΑΤΟικών βάσεων στο έδαφός της (με την Σούδα να αποτελεί συχνά ορμητήριο για επιχειρήσεις στην Μέση Ανατολή και τη Μεσόγειο) της δίνει τη δυνατότητα να πάρει και αυτή ένα κομμάτι από την πίτα της ανοικοδόμησης των ερειπω­μένων πόλεων και υποδομών και την κατασκευή νέων σε Μέση Ανα­τολή και Βαλκάνια (οι όμιλοι ΑΚΤΩΡ, ΑΒΑΞ και ΓΕΚ ΤΕΡΝΑ έχουν αναλάβει τεράστια έργα). Μπορούμε να θυμηθούμε την υπόσχεση του Καμένου, υπουργού άμυνας της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ στους εκπροσώπους των ελληνικών κατασκευαστικών ομίλων, ότι θα εξασφαλίσει την συμμετοχή τους στην ανοικοδόμηση της Συρί­ας. Η υποστήριξή της στις επιχειρήσεις του ΝΑΤΟ στα Βαλκάνια προ εικοσαετίας, εξασφάλισε στο ελληνικό κεφάλαιο προνομιακούς όρους παρουσίας στη χερσόνησο. Μια δεύτερη περίοδος εξόρμησης ελληνικού κεφαλαίου στα Βαλκάνια προετοιμάζεται μετά την συμ­φωνία για την ένταξη της Μακεδονίας στη συμμαχία με την Ελλάδα σε ρόλο διαμεσολαβητή. Μέσω της συμμετοχής στο ΝΑΤΟ η Ελλά­δα εξασφαλίζει την ασφαλή μετακίνηση των πλοίων του ελληνικού εμπορικού στόλου, η παγκόσμια δραστηριότητα του οποίου κάνει αδύνατη την προστασία τους από ελληνικά όπλα. Σε περιπτώσεις άμεσης ανάγκης επιχειρεί στα πλαίσια του ΝΑΤΟ με δικό της στρα­τό. Την τελευταία δεκαετία, έπειτα από πειρατεία σε ελληνικό πλοίο το 2008, στέλνει συχνά φρεγάτες και ενίοτε βατραχανθρώπους στην Ερυθρά Θάλασσα για να προστατεύσει τα ελληνικά πλοία από Σομαλούς πειρατές. Ιδιωτικές ελληνικές εταιρίες ένοπλων μισθοφό­ρων με υπαλλήλους πρώην ΟΥΚάδες έχουν σταθερή παρουσία στην περιοχή. Τα τελευταία χρόνια ελπίζει να εξαργυρώσει μια σταθερή στάση πλευρό της συμμαχίας, και εκμεταλλευόμενη συγκυριακές ταυτίσεις της στρατηγικής της για την ανατολική Μεσόγειο με τις επιδιώξεις ισχυρών κρατών της συμμαχίας (ΗΠΑ, Γαλλία) να προ­ωθήσει τις θέσεις της με διεθνή υποστήριξη απέναντι στην Τουρ­κία. Ότι κυρίως η Ελλάδα υπερασπίζεται τα συμφέροντά της μέσω του ΝΑΤΟ δεν αποκλείει τη δυνατότητα αυτοτελών κινήσεων. Στον εμφύλιο της Λιβύης πχ έχει συνάψει συμφωνίες για τις ΑΟΖ, αλλά και επιχειρηματικές με τον συνταγματάρχη Χαφτάρ στο πλευρό του οποίου βρίσκονται η Ρωσία και η Γαλλία (μέλος του ΝΑΤΟ), ενώ η αντιμαχόμενη σε αυτόν κυβέρνηση Σαράτζ στηρίζεται από τις ΗΠΑ, το ισχυρότερο κράτος στο ΝΑΤΟ, την Βρετανία, την Ιταλία και την Τουρκία, επίσης μέλη του ΝΑΤΟ. Η Ελλάδα διατηρεί στο έδαφός της 10 σημαντικές διεθνείς στρατιωτικές βάσεις-υποδομές, 5 εκ των οποίων ΝΑΤΟικές. Σημαντικότερη είναι η αεροναυτική βάση της Σούδας που έχει γίνει πολλές φορές στρατηγείο και ορ­μητήριο για τις επιχειρήσεις της συμμαχίας στην περιοχή. Στη Θεσ­σαλονίκη υπάρχει νατοϊκό στρατηγείο στο πρώην Γ σώμα στρατού.

Ειδικά μετά το 2001, αφού ο Τζορτζ Μπους Τζούνιορ κηρύξει τον πόλεμο κατά της τρομοκρατίας σαν το νέο παγκόσμιο στρατι­ωτικό δόγμα, τόσο σε εθνικά όσο και σε διεθνή πλαίσια πραγματο­ποιούνται ασκήσεις και προβλέπονται επιχειρήσεις στο εσωτερικό των κρατών-μελών της συμμαχίας, ενάντια σε ασύμμετρες απειλές. Τέτοιες απειλές μπορεί να είναι κινήματα ή εξεγέρσεις των καταπι­εσμένων στα κράτη-μέλη του ΝΑΤΟ. Στα πλαίσια του ΝΑΤΟ λοι­πόν, πραγματοποιούνται πλέον ασκήσεις καταστολής πλήθους (ο ελληνικός στρατός εκτελεί από το 2002 σε εθνικά πλαίσια τέτοιες ασκήσεις) με σενάρια όπως καταστολή εξέγερσης σε αστικό κέντρο, ανακατάληψη εργοστασίου κα από απεργούς κα. Έχουμε, λοιπόν, μια διεθνή συμμαχία να αναλαμβάνει αστυνομική λειτουργία για να υπερασπιστεί τα μέλη της από τον εσωτερικό εχθρό. Μια διεθνή συ­νεργασία του κεφαλαίου, που, παρά τους ανταγωνισμούς του, εμφα­νίζεται ενοποιημένο απέναντι στους αγώνες και τις εξεγέρσεις των από τα κάτω.

Πολεμική επιχείρηση μετανάστ(ρι)ες: geopolitics

Η ζώνη που εκτείνεται από το Πακιστάν μέχρι την υποσαχάρια Αφρι­κή, αποτελεί το σημαντικότερο -από γεωγραφική-γεωπολιτική σκο­πιά- πεδίο σύγκρουσης μεταξύ των παγκόσμιας εμβέλειας ιμπερια­λιστικών κρατών. Ο έλεγχος αυτής της ζώνης έχει τεράστια σημασία για τα ενεργειακά αποθέματα που βρίσκονται σε αυτή, για τους όρους εκμετάλλευσης πόρων και πληθυσμών, για το ότι αυτή αποτελεί αρ­τηρία ροών ενέργειας και εμπορευμάτων, αλλά και για γεωπολιτι­κούς λόγους (δυνητική πρόσβαση σε «κεντρικές-θερμές» θάλασσες και ανάπτυξη στρατιωτικής ισχύος μέσω βάσεων από Κίνα αλλά και Ρωσία μέσω συμμαχίας με ισχυρά περιφερειακά κράτη (Ιράν, Πακι­στάν) και προσπάθεια αποτροπής αυτού του σεναρίου από ΗΠΑ). Ο έλεγχος των ενεργειακών και εμπορικών ροών σε παγκόσμια κλίμα­κα και ο παράλληλος αποκλεισμός των ανταγωνιστών από αυτό τον έλεγχο, περνάει σε μεγάλο βαθμό από τον έλεγχο της παραπάνω ζώ­νης. Για αυτόν ανταγωνίζονται και συνεργάζονται ιμπεριαλιστικές υπερδυνάμεις παγκόσμιας ή διηπειρωτικής εμβέλειας (ΗΠΑ, Γαλλία-Γερμανία, Ρωσία, Κίνα), περιφερειακά ιμπεριαλιστικά κράτη σχε­τικά μικρότερης ισχύος με πεδίο δράσης όμως τις συγκεκριμένες πε­ριοχές (Τουρκία, Ιράν, Ελλάδα, Ιταλία, Σ. Αραβία, Ισραήλ) αλλά και μη-κρατικοί δρώντες, θρησκευτικές ή εθνικές οργανώσεις-κινήματα (πχ Ταλιμπάν, ISIS, Χεζμπολάχ) και ιδιωτικές εταιρίες. Οι ανταγωνι­σμοί παίρνουν συχνά ένοπλο χαρακτήρα, είτε πολέμου δι’ αντιπρο­σώπων είτε άμεσης στρατιωτικής εμπλοκής κρατών σε πόλεμο ενα­ντίων μη-κρατικών δρώντων είτε ακόμα και διακρατικού πολέμου.

Η σύγκρουση αυτή είναι ταυτόχρονα κοινωνικός πόλεμος του κεφαλαίου απέναντι στην εργασία και τους καταπιεσμένους, κα­θώς ο ανταγωνισμός των κρατών αναπαράγει, προϋποθέτει και δημιουργεί την ακραία υποτίμηση των όρων ζωής των εκεί προ­λετάριων -μέχρι και την φυσική τους εξόντωση- και την υποταγή, πειθάρχησή τους. Αυτή περνάει μέσα από μια διαδικασία αξιοποίησης-καταστολής των κινημάτων και των εξεγέρσεων τους από το κεφάλαιο, το οποίο μεταστρέφει την δυνάμει ταξική σύγκρουση σε πεδίο έκφρασης των εντός του ανταγωνισμών. Θυμόμαστε το κράμα ανταγωνισμού-συνεργασίας Ιράν-ΗΠΑ στο μεταπολεμικό Ιράκ για την σταθεροποίηση του και την καταστολή των εξεγέρ­σεων των από τα κάτω (συνεργασία) ταυτόχρονα με την προσπά­θεια παγίωσης ευνοϊκών συσχετισμών για τα δύο κράτη (ανταγω­νισμός). Βλέπουμε την καταστολή εξεγέρσεων στις Αραβικές χώρες μέσω της προσπάθειας αξιοποίησης τους για την ανατροπή ή την εδραίωση καθεστώτων στα πλαίσια διακρατικών ανταγωνισμών τόσο από ιμπεριαλιστικές υπερδυνάμεις όσο και από ιμπεριαλιστι­κά κράτη με ισχύ τοπικής εμβέλειας (όπως και η Ελλάδα). Οι όροι εκμετάλλευσης και τα επίπεδα βίας από κρατικούς και μη δρώντες προς το εκεί προλεταριάτο δημιουργούν μια συνεχή μεταναστευτική ροή από τις περιοχές της ζώνης που αναφέραμε προς την Ευρώπη.

Πολεμική επιχείρηση μετανάστ(ρι)ες: η ΕΕ θέλει βαλβίδες

Η διαχείριση αυτής της ροής αποτελεί στοίχημα για τα κράτη της ΕΕ και μακροπρόθεσμη προϋπόθεση για τη συνέχιση των στρατιωτικών ενεργειών τους. Τα κράτη της ΕΕ γνωρίζουν ότι ο χαμηλής και ενίοτε υψηλής έντασης πόλεμος στην προαναφερθείσα γεωγραφική ζώνη θα κρατήσει για πολύ καιρό ακόμα, και θέλουν να έχουν όσο το δυ­νατόν μεγαλύτερη ελευθερία κινήσεων στην εμπλοκή τους. Αν και η συμπερίληψη των 4εκ. περίπου μεταναστών που βρίσκονται αυτή τη στιγμή σε Ελλάδα και Τουρκία είναι απολύτως εφικτή ακόμα και σε καπιταλιστικά πλαίσια από την ΕΕ, γνωρίζουν ότι η μεταναστευτική ροή θα είναι συνεχής καθώς και οι δικές τους ενέργειες συγκαταλέ­γονται στις αιτίες της. Και αν αφεθεί ελεύθερη, μακροπρόθεσμα, θα υπονομεύσει την εσωτερική τους συνοχή, την δυνατότητα να αναδι­αρθρώνουν τις παραγωγικές και κοινωνικές σχέσεις στο εσωτερικό και να ανταγωνίζονται με άλλα κράτη στο εξωτερικό. Μπορούμε να φανταστούμε πχ πως οι επιχειρήσεις της Γαλλίας στην Αφρική θα συ­ναντούσαν μεγαλύτερες κοινωνικές αντιστάσεις από μια πολυεθνική εργατική τάξη που κατέχει ως άμεσο ή έμμεσο βίωμα τις συνέπειες των επιχειρήσεων αυτών. Μπορούμε να φανταστούμε σε ένα μέλλον ολοένα και μεγαλύτερης αυτοματοποίησης παραγωγικών διαδικασι­ών, πόσο δύσκολη θα είναι για τα κράτη η διαχείριση πλεοναζόντων, για την παραγωγή και την κατανάλωση, πληθυσμών, ειδικά εφόσον οι πληθυσμοί αυτοί δεν φέρουν τα “κατάλληλα” εθνικά φρονήματα, την “κατάλληλη” πολιτισμική ταυτότητα, και δεν έχουν περά­σει με τρόπο προβλεπόμενο από της διαδικασίες και τους θεσμούς πειθάρχησης της Δύσης (πυρηνική οικογένεια, σχολείο, κουλτούρα).

Έτσι, η διαχείριση των μεταναστριών αποτελεί αναπόσπαστο κομ­μάτι της στρατιωτικής και μη πολεμικής δράσης των κρατών της ΕΕ στην αρένα του παγκόσμιου ανταγωνισμού. Το τι κάνουν τα κράτη με τους πληθυσμούς είτε μεταναστεύουν είτε όχι, είναι μάλλον σημαντι­κότερη φάση του πολέμου από ότι η στιγμή της ένοπλης σύγκρουσης καθ’ εαυτής. Οι ροές λοιπόν δεν μπορούν να αφεθούν ελεύθερες. Εδώ έρχεται η συμφωνία ΕΕ-Ελλάδας-Τουρκίας, με τις δύο ανταγωνιστι­κές κατά τα άλλα χώρες να συνεργάζονται ταυτόχρονα, επιτελώ- ντας τον ρόλο της βαλβίδας στην μεταναστευτική ροή προς την ΕΕ.

Πολεμική επιχείρηση μετανάστ(ρι)ες: τι κάνει η Eλλάδα

Από τα παραπάνω προκύπτει ότι για τα κράτη της ΕΕ και τους σχεδιασμούς τους, αποκλειστικά η συμπερίληψη του συνόλου των με­ταναστών δεν αποτελεί στρατηγική επιλογή. Και ο ολοκληρωτικός αποκλεισμός τους όμως έχει μειονεκτήματα. Από τη μια απαιτεί καθαρά στρατιωτικές πρακτικές (φράχτες, βύθιση λέμβων, χημικά, σφαίρες και επαναπροωθήσεις) που σπιλώνουν το δημοκρατικό τους προφίλ, ενώ δεν είναι τελείως νομιμοποιημένες στο εσωτερικό τους κοινωνικά (εδώ τα γεγονότα του Έβρου αποτελούν από μόνα τους μια ανησυχητική ένσταση στον τελευταίο μας ισχυρισμό). Από την άλλη, παρότι οι περισσότεροι μετανάστες δεν είναι άμεσα ανα­γκαίοι σε μια παραγωγή που εκσυγχρονιζόμενη χρειάζεται όλο και λιγότερους μισθωτούς σκλάβους, ορισμένοι θα μπορούσαν να αποτελέσουν μια δεξαμενή πλήρως υποτιμημένου εργατικού δυναμικού. Έτσι, συζητήθηκε σε χώρες του ευρωπαϊκού νότου (και στην Ελλά­δα) μετανάστες από τα στρατόπεδα συγκέντρωσης να χρησιμοποιη­θούν για το μάζεμα της σοδειάς αυτή τη σεζόν λόγω έλλειψης εργα­τικού δυναμικού που προκάλεσε η πανδημία. Τα ευρωπαϊκά κράτη υπέγραψαν την συμφωνία με την Τουρκία προσπαθώντας να βρουν μια μέση οδό, έναν τρόπο να πετύχουν τον αποκλεισμό των περισ­σότερων μεταναστριών και παράλληλα την δυνατότητα συμπερίλη- ψης κάποιων από αυτές ως φθηνό και πειθαρχημένο εργατικό δυνα­μικό όταν και όπου αυτό κριθεί αναγκαίο. Η Ελλάδα παίζει κομβικό ρόλο στην συμφωνία καθώς είναι τόσο φύλακας των ευρωπαϊκών συνόρων, όσο και αποθήκη, εκπαιδευτήριο και τόπος διαλογής των προς ένταξη προλετάριων. Αυτό δε σημαίνει ότι η ελλάδα διενεργεί πόλεμο κατά των μεταναστών πιεζόμενη από την “Ευρώπη” αλλά ότι από τη φύλαξη των ευρωπαϊκών συνόρων (σε συνεργασία με την τουρκία) απολαμβάνει πολλαπλά οφέλη (πχ ευρωπαϊκά κονδύλια).

Πως όμως καταφέρνει το ελληνικό κράτος να πετύχει τους στόχους του; Πρώτον, αναγνωρίζει ότι οι διαχείριση του μεταναστευτικού αποτελεί πολεμική επιχείρηση και κατά συνέπεια την αναθέτει στο στρατό. Τα δόγματα του στρατού αναγνωρίζουν την μετανάστευση σαν πιθανή ασύμμετρη απειλή, ενώ η ελληνική βου­λή (η αριστερή μάλιστα) ψηφίζει τροπολογία όπου χαρακτηρίζε­ται κίνδυνος για την εθνική ασφάλεια. Μια ρητορική παρόμοιου ύφους από εφημερίδες, media και τηλεπερσόνες προετοιμάζει την σε μεγάλο βαθμό εθνορατσιστική βάση για βάρβαρη στρατιωτική αντιμετώπιση των μεταναστών. Δεύτερον, οι μετανάστριες παρανομοποιούνται. Δεν τους δίνονται χαρτιά, δυνατότητα εργασίας, δεν έχουν νομική υπόσταση. Οι παράνομοποιημένες μετανάστριες ζουν σε μια συνεχή κατάσταση εξαίρεσης, δεν έχουν κανένα δι­καίωμα, βρίσκονται κυριολεκτικά δίχως καμιά θεσμική προστασία στο έλεος οποιουδήποτε. Δέχονται βία εργοδοτική, βία σεξιστική, βία από μαφίες, βία από φασίστες, κρατική και αστυνομική βία πρώτα και κύρια, δίχως καμιά δυνατότητα προσφυγής σε κάποια αρχή, μιας και η ίδια η αρχή τους εξαιρεί και τους ασκεί αυθαί­ρετη βία. Αυτό δημιουργεί ένα καθεστώς φόβου και συμβάλλει στην πειθάρχησή τους. Η παρανομοποίηση, από μόνη της αυθαί­ρετη κρατική επιλογή, νομιμοποιείται κοινωνικά αφενός λόγω της συντονισμένης συστημικής προπαγάνδας (ο ίδιος ο όρος «λαθρο­μετανάστης» αποτελεί προπαγάνδα), αφετέρου γιατί το έδαφος στην ελληνική κοινωνία φάνηκε γόνιμο για τέτοια προπαγάνδα.

Στη βάση της στρατιωτικής διαχείρισης και της παρανομοποίησης-εξαίρεσης αναπτύσσεται το σύστημα των κλειστών και ανοιχτών hotspot, ως ενδιάμεσος, μεταβατικός χώρος μεταξύ συμπερίληψης και αποκλεισμού. Μιλάμε για σύστημα καθώς δεν πρόκειται απλώς για άθροισμα δομών. Τα hotspot λειτουργούν με σκοπό την άμυνα/ασφάλεια του κράτος σαν διαρθρωμένο σύστη­μα ελέγχου, καταγραφής και ταυτοποίησης, φυλάκισης και απο­κλεισμού, όπου οι ανοικτές δομές προϋποθέτουν τις κλειστές και αντίστροφα. Δήθεν ανθρωπιστικές, οι δομές αυτές είναι εξάρτημα των συναρθρωμένων πολεμικών μηχανών Ελλάδας-ΕΕ. Σύγχρονα στρατόπεδα συγκέντρωσης, τόποι εγκλεισμού και κοινωνικού απο­κλεισμού, αποτελούν χωρική έκφραση της κατάστασης εξαίρεσης. Τους μήνες της καραντίνας οι δομές αυτές έδειξαν τον χαρακτήρα τους ξεκάθαρα. Οι μετανάστριες αντιμετωπίστηκαν στην πράξη, και παρουσιάστηκαν ανοικτά στον δημόσιο λόγο σαν υγειονομική απειλή. Ο εγκλεισμός τους στις δομές, εγκληματικός για τη δικιά τους υγεία, κρίθηκε αναγκαίος με μοναδικό κριτήριο την υγεία των ντόπιων. Η διαχείριση των δομών πέρασε στα χέρια του στρατού.

Περνώντας από μια συνθήκη παρανομοποίησης και από το σύ­στημα των hotspot οι λίγοι μετανάστες που κρίνονται αρκετά «πρό­σφυγες» για να πάρουν έγγραφα παραμονής στη χώρα και διαβα­τήρια για άλλες, συμπεριλαμβάνονται εν τέλει στη ελληνική και τις λοιπές ευρωπαϊκές κοινωνίες δια του αποκλεισμού τους. Υποτιμούμενοι στο όριο της ανθρώπινης ζωής, πειθαρχημένοι δια του φόβου, φθηνά και ευέλικτα εργαλεία που η πείνα τους δεν ενοχλεί περισ­σότερο από αυτήν ενός αδέσποτου και όταν τους ζητηθεί να δουλέ­ψουν θα το κάνουν για ψίχουλα. Η πλειονότητα των μεταναστριών βέβαια, αν κρίνουμε από το τι ποσοστό «δικαιούται» άσυλο, μάλλον αποκλείεται. Την κατάστασή τους δεν ρυθμίζει κανένα δίκαιο. Δεν είναι πολίτες και αντιμετωπίζονται πολεμικά, αλλά ο πόλεμος αυτός έχει μόνο μια επίσημη, κρατική πλευρά. Πόλεμος κράτους εναντί­ον ανθρώπινων σωμάτων σημαίνει αυθαίρετη άσκηση βίας. Επαναπροωθήσεις, κρατικές και παρακρατικές δολοφονίες και απαγωγές, εγκλεισμός σε κλειστά κέντρα-φυλακές, φόβος να περπατήσουν στο δρόμο συνθέτουν την καθημερινότητα των ανθρώπων αυτών. Τα πρόσφατα γεγονότα στον Έβρο είναι ενδεικτικά της αντιμετώ­πισής τους και του τι μορφές μπορεί να πάρει, σαν κομμάτι μιας με­γάλης πολεμικής επιχείρησης στην οποία συμμετέχει και η Ελλάδα.

Να σημειωθεί κλείνοντας αυτήν την ενότητα, ότι όπως και σε όλο το προηγούμενο κομμάτι, έτσι και εδώ η αφήγησή μας κεντρά­ρει στο ελληνικό κράτος, τη στρατηγική και τις ενέργειες του. Δεν είναι μια αφήγηση από τη σκοπιά των μεταναστριών (που ελπίζουμε σε ένα μέλλον να μας τη δώσουν οι ίδιες). Ούτε εξετάζεται η στά­ση της ντόπιας κοινωνίας. Πχ, το φαινομενικά παράδοξο πέρασμα της πλειοψηφίας της από μια ανθρωπιστική στάση, αλληλέγγυα ή έστω φιλάνθρωπη το 2015-2016, στην υποστήριξη ή έστω απο­δοχή της βίαιης, εθνορατσιστικής αντιμετώπισης των μεταναστρι­ών στον Έβρο και κατά την πανδημία φέτος (2020) μάλλον μας δείχνει ότι τα δύο άκρα δεν είναι και τόσο μακριά όσο νομίζαμε. Και τόσο μια ιστορία από τη σκοπιά των μεταναστών όσο και μια από τη σκοπιά των ντόπιων είναι απαραίτητα συμπληρώματα μιας εξέτασης της κρατικής πολιτικής σε Ελλάδα και ΕΕ, καθώς είναι σε ανάδραση μαζί της σε μια σχέση αλληλοκαθορισμού. Αλλά το παρόν κείμενο, σαν πολιτικό κείμενο γενικού περιεχομένου δια­λέγει αυτή την σκοπιά θέλοντας περισσότερο να τονίσει πως η διαχείριση των μεταναστριών αποτελεί μια από τις μεγαλύτερες πολεμικές επιχειρήσεις που έχει αναλάβει το ελληνικό κράτος.

Συνοψίζοντας και ορισμένα κριτήρια για το αντιπολεμι­κό κίνημα

Η Ελλάδα διαθέτει ένα εκσυγχρονισμένο πολεμικό δόγμα εναρ­μονισμένο με τα σύγχρονα πολεμικά δόγματα μεγάλων καπιταλι­στικών δυνάμεων και ολοκληρώσεων, πράγμα που της επιτρέπει να εδραιώνει ένα περιβάλλον άμυνας-ασφάλειας-αντιεξέγερσης-αντιτρομοκρατίας. Πολεμά ταυτόχρονα στο εσωτερικό απέναντι σε εργαζομένους, μετανάστες και καταπιεσμένους και στο εξωτερικό συμμετέχοντας ενεργά σε ιμπεριαλιστικές επεμβάσεις είτε μέσω αποστολής στρατευμάτων είτε μέσω των νατοϊκών βάσεων στο έδαφός της. Οι ελληνικές επιχειρήσεις παίζουν κεντρικό ρόλο στα Βαλ­κάνια και έχουν στρατηγικές βλέψεις στην ανατολική μεσόγειο. Ως εκ τούτου, το σύγχρονο αντιπολεμικό κίνημα πρέπει να έχει τα εξής κριτήρια:

Μπλοκάρισμα της εν ενεργεία πολεμικής μηχανής του ελληνικού κράτους, ενάντια σε έναν πόλεμο που συμβαίνει ήδη: Πρέπει να σταματήσουμε και να απονομιμοποιήσουμε τη διαρκή στρατιωτικοποίηση και τη στρατιωτική διαχείριση εργατικών και μεταναστευτικών πληθυσμών. Ενάντια στον πόλεμο που έχει κηρύξει το ελλη­νικό κράτος σε μεταναστευτικές ροές και μετράει ήδη πάρα πολλά πραγματικά θύματα. Ενάντια στο σύστημα hotspot-στρατοπέδων συγκέντρωσης. Ενάντια σε οποιαδήποτε συμμετοχή του ελληνικού κράτους στον πόλεμο στη Μ. Ανατολή και την Αφρική.

Ενάντια στα σχέδια των αφεντικών για ορισμό ΑΟΖ, επέκταση χω­ρικών υδάτων, ενάντια στις στρατηγικές επιδιώξεις του ελληνικού κράτους στην Αν. Μεσόγειο, ενάντια στον επικίνδυνο ελληνοτουρ­κικό ανταγωνισμό, ενάντια σε οποιοδήποτε ενδεχόμενο θερμού επεισοδίου, διακρατικού πολέμου

Ενάντια σε εθνορατσισμό, φασισμό, μιλιταρισμό.

Ενάντια στην εθνική ενότητα εργοδοτών-εργαζομένων. Ενάντια στη συστράτευση με την εθνική στρατηγική και αφήγηση στα “εθνι­κά ζητήματα”. Υπέρ των εργατικών/αντιεργοδοτικών, διεθνιστικών, αντιρατιστικών/αντιφασιστικών, φεμινιστικών/αντισεξιστικών, πε­ριβαλλοντικών κινημάτων που αναδεικνύουν την καταπίεση στο εσωτερικό της χώρας

Ενάντια στο ΝΑΤΟ και τη συνειδητή υπαγωγή της Ελλάδας σε αυτό. Ενάντια στις νατοϊκές βάσεις-υποδομές. Ενάντια στον επικίν­δυνο πολεμικό άξονα Ελλάδας-Κύπρου-Ισραήλ-Αιγύπτου. Ενάντια στις στρατιωτικές ασκήσεις προετοιμασίας που στοχοποιούν τον εσωτερικό εχθρό

Υπέρ της διεθνιστικής συγκρότησης κοινοτήτων αγώνα ντόπιων-μεταναστών. Κοινός, πολυεθνικός αγώνας ντόπιων-μεταναστών ενά­ντια στο καθεστώς εξαίρεσης και εκμετάλλευσης.

Υπέρ του κινήματος στο στρατό και οποιασδήποτε κίνησης αμφι­σβητεί την ελληνική μηχανή όπως η άρνηση στράτευσης Ενάντια στην κοινοβουλευτική ενσωμάτωση, υπέρ των κινηματικών αντι-θεσμών.

ΔΕΙΤΕ ΤΗ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΚΔΗΛΩΣΗ-ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΤΗΣ ΔΚ ANTIWAR ΚΑΙ ΤΗΣ ΜΠΡΟΣΟΥΡΑΣ ΠΟΥ ΕΞΕΔΩΣΕ

Εκδήλωση παρουσίασης της διεθνιστικής Κίνησης Antiwar – Πορεία την Παρασκευή 17/7 από το άγαλμα Βενιζέλου

ΔΕΙΤΕ ΣΧΕΤΙΚΕΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΟΝ ΕΛΛΗΝΟΤΟΥΡΤΙΚΟ ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΜΟ ΚΑΙ ΤΟ ΠΟΛΕΜΙΚΟ ΚΛΙΜΑ ΤΗΣ ΠΕΡΙΟΔΟΥ

Κανένας πόλεμος μεταξύ των εκμεταλλευόμενων, καμία ειρήνη μεταξύ των τάξεων

ΚΟΙΝΗ ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΗ ΑΝΑΡΧΙΚΩΝ ΑΠΟ ΕΛΛΑΔΑ ΚΑΙ ΤΟΥΡΚΙΑ Απέναντι στον πόλεμο και τους διακρατικούς ανταγωνισμούς… Η ταξική και διεθνιστική αλληλεγγύη το όπλο των λαών!

Κίνδυνος για την ειρήνη στο Αιγαίο ο ανταγωνισμός και το παζάρι για τις ΑΟΖ

Στην απειλή πολέμου Ελλάδας – Τουρκίας διεθνιστική επαναστατική απάντηση των εργατών!

Διεθνιστικός αγώνας των λαών σε Ελλάδα και Τουρκία για την ειρήνη και την κοινωνική απελευθέρωση

Κοινό Μέτωπο Πάλης των λαών Ελλάδας-Τουρκίας ενάντια σε πόλεμο, εθνικισμό, ιμπεριαλισμό