Ακροδεξιά διαχείριση της κοινωνικής οργής

Στο προσκήνιο η βαθιά απολυταρχική και ακροδεξιάς κοπής διαχείριση της οργής της κοινωνία. Η πιθανότητα αντίστασης τρομοκρατεί την κυβερνητική παράταξη, η οποία έτρεξε άρον άρον να περάσει το νομοσχέδιο για τις διαδηλώσεις.


Του Θάνου Λεύκου Παναγιώτου

Παρακολουθώντας την επικαιρότητα τον τελευταίο χρόνο διακυβέρνησης της Νέας Δημοκρατίας, μπορούμε –σε μια λίστα που δεν έχει τέλος– να δούμε: τα σκάνδαλα που εμφανίζονται καθημερινά (αλλά όχι βέβαια στην πλειοψηφία των μίντια), τον απόλυτο έλεγχο των ΜΜΕ και τη χρηματοδότησή τους για να λειτουργούν ως γραφεία Τύπου της κυβέρνησης αποπροσανατολίζοντας τη συζήτηση και κουκουλώνοντας καταστάσεις και στοιχεία, τις απευθείας αναθέσεις έργων, τις υπερκοστολογήσεις, τους μετακλητούς και τις συνεχόμενες εξυπηρετήσεις σε μεγαλοεπιχειρηματίες, συγγενείς και φίλους. Τον τελευταίο καιρό, ήρθε επιπλέον ξανά στο προσκήνιο η βαθιά απολυταρχική και ακροδεξιάς κοπής διαχείριση της οργής της κοινωνίας. Και όλα αυτά εν μέσω μιας πανδημικής κρίσης και ενός τσουνάμι στα εργασιακά… Όπως είναι αναμενόμενο, η πιθανότητα αντίστασης σε όλα αυτά τρομοκρατεί την κυβερνητική παράταξη, η οποία έτρεξε άρον άρον να περάσει το νομοσχέδιο για τις διαδηλώσεις.

Συνεχείς ξυλοδαρμοί, βασανισμοί και εξευτελισμοί πραγματοποιούνται πλέον τελείως απροκάλυπτα και με την εμφανή στήριξη και παρότρυνση της κυβέρνησης. Υπάρχει φυσικά και το διαρκές αστείο περί πραγματοποίησης ελέγχων και ΕΔΕ όταν γίνεται ασφυκτική η πίεση εξαιτίας του «υπερβάλλοντος ζήλου» που δείχνουν οι ομάδες καταστολής, των οποίων όμως το «πόρισμα» δεν γίνεται σχεδόν ποτέ γνωστό – αλλά και όταν γίνεται προφανέστατα οι υποτιθέμενες κυρώσεις είναι για γέλια. Έτσι, βλέπουμε την αστυνομία να απειλεί, να τρομοκρατεί, να προχωρεί σε αναίτιες βίαιες προσαγωγές και συλλήψεις, να φορτώνει ενοχοποιητικό υλικό σε συλληφθέντες ακόμα και όταν υπάρχουν αποδείξεις για την εμφύτευσή του, να στοχοποιεί και να «καθαρίζει» ολόκληρες περιοχές μέσα σε ένα μεγάλο πανηγύρι ακροδεξιάς ονείρωξης. Με το δικαστικό σύστημα να φαίνεται πως συντάσσεται με αυτές τις πρακτικές και με μία τιμωριτική λογική, να επιβάλλει πρωτοφανείς περιοριστικούς όρους, περίπτωση Τιτκώβ και Λάλου. Όχι ότι είναι κάτι καινούργιο που δεν γινόταν και τα προηγούμενα χρόνια, αλλά στον συγκεκριμένο βαθμό, στην έκταση και τη δυναμική φαίνεται να έχει φτάσει σε ένα πρωτοφανές επίπεδο. Τα ΜΜΕ από την πλευρά τους δίνουν λόγο στις πιο υστερικές φωνές της κυβερνητικής παράταξης (και όχι μόνο), που δεν έχουν κανένα πρόβλημα να βγαίνουν και να υποστηρίζουν ανοιχτά θέσεις που θυμίζουν απόψεις δικτατορικού καθεστώτος.

Κάποιοι βουλευτές με τις δηλώσεις τους και τις ενέργειές τους έχουν κερδίσει δικαίως τον προσδιορισμό του ακροδεξιού και έτσι πρέπει να αντιμετωπίζονται. Επομένως, η συνύπαρξή τους σε συγκεντρώσεις με δηλωμένους ναζιστές όπως ο Ηλίας Κασιδιάρης πολιτικά φαντάζει λάθος να αναφέρεται ως γεγονός που προκαλεί έκπληξη ή ως επιχείρημα για να ανοίξουν τα μάτια των ψηφοφόρων τους. Εξάλλου, η πορεία των συγκεκριμένων ήταν μάλλον και ο λόγος που κέρδισαν τις συγκεκριμένες ψήφους. Προσωπικότητες με συμπλεγματικά χαρακτηριστικά, με δόσεις μεγαλομανίας και υπέρμετρης φιλοδοξίας με εκδικητικές τάσεις για όσους τολμήσουν να τους ασκήσουν κριτική ή ακόμα και να αναφερθούν σε γεγονότα που θεωρούν ότι «φθείρουν» το δημόσιο προφίλ τους. Πιο πρόσφατο παράδειγμα η στοχοποίηση της δημοσιογράφου Ελευθερίας Κουμάντου και η μήνυση σε βάρος του Σπύρου Δαπέργολα για αναρτήσεις στους προσωπικούς τους λογαριασμούς. Με το σήριαλ των απειλών και των στοχοποιήσεων να έχει συνέχεια καθώς τις επόμενες μέρες βρέθηκαν στο στόχαστρο του βουλευτή της νέας δημοκρατίας οι δημοσιογράφοι Νίκος Μπογιόπουλος, Μαρία Δεναξά και Έλενα Ακρίτα.

Το μεγάλο ερώτημα που δικαίως εγείρεται είναι πού ακριβώς βρίσκεται αυτή η κόκκινη γραμμή και πότε ακριβώς αντιδρά η κοινωνία. Όχι ο κόσμος που βρισκόταν, βρίσκεται και θα βρίσκεται στους αγώνες, ο καθένας με τη δική του δυνατότητα και συμμετοχή, αλλά η μεγάλη πλειοψηφία της κοινωνίας. Ένα μέρος της φαίνεται να στηρίζει την κυβερνητική δράση, όπως φάνηκε και στην περίπτωση του πανεπιστημιακού ασύλου, στην εκκένωση καταλήψεων και στα περιστατικά άσκησης εξόφθαλμης βίας από τις ομάδες καταστολής. Ένα άλλο μέρος φαίνεται να αδιαφορεί πλήρως, μη γνωρίζοντας ούτε τα βασικά, και ένα άλλο φαίνεται να συνηθίζει αυτή την απόλυτη αποκτήνωση. Είναι εμφανές εξάλλου ότι η προσπάθεια συγκάλυψης των κακώς κειμένων είναι σχεδόν ανύπαρκτη. Αντιθέτως, το παιχνίδι μένει στην επιχειρηματολογία του «ναι μεν αλλά», όπως είδαμε και στην υπόθεση Novartis, με την κατά το δοκούν ανάγνωση του πορίσματος από τις ΗΠΑ και την απομάκρυνση της συζήτησης από τα στοιχεία που φανερώνουν ευθύνη κυβερνητικών αξιωματούχων αλλά και δικαστικών οργάνων και την εν τέλει επαγγελματική επιβράβευση δικαστικών που κατηγορούνται για ψευδορκία και βρίσκονται χρηματικά ποσά στους λογαριασμούς τους από την ίδια την εταιρεία.

Όταν λοιπόν κάτι γίνεται κατ’ εξακολούθηση, παύει πλέον να σοκάρει και να εξοργίζει τον κόσμο, αλλά γίνεται κανονικότητα και θεωρείται ψιλά γράμματα. Πόσο μάλλον όταν αυτό λειτουργεί συνδυαστικά με την κουλτούρα του επικίνδυνου μηδενιστικού κυνισμού, που λειτουργεί ως άλλοθι για την αδράνεια και τον εξωραϊσμό της χυδαιότητας του απόλυτου ατομικισμού και αποκτήνωσης, πατώντας ακόμα και επί πτωμάτων. Η μέχρι ενός σημείου δικαιολόγηση εξαιτίας της πλήρως ελεγχόμενης ενημέρωσης και πληροφόρησης πρέπει να πάψει να αποτελεί άλλοθι σε μια κοινωνία που πρέπει κάποια στιγμή να πάρει θέση.

*Στο στόχαστρο του βουλευτή της νέας δημοκρατίας βρέθηκαν αυτές τις μέρες ο Νίκος Μπογιόπουλος, η Μαρία Δεναξά και η Έλενα Ακρίτα για αναρτήσεις τους στα κοινωνικά δίκτυα, κάνοντας πλέον φανερή την προσπάθεια του Μπογδάνου να λογοκρίνει και να στοχοποιήσει συγκεκριμένους δημοσιογράφους.