Οι φορείς ΚΑΛΟ εξαιρούνται τελικά από τα μέτρα οικονομικής ενίσχυσης για τον κορονοϊό; Του Βαγγέλη Γκαγκέλη

Πριν από λίγες μέρες ανακοινώθηκαν από την κυβέρνηση μια σειρά από μέτρα υποτυπώδους στήριξης για επιχειρήσεις, επαγγελματίες και εργαζoμένους, λόγω της κατάστασης που έχουν επιφέρει οι κρατικές πολιτικές πρόληψης και αντιμετώπισης της πανδημίας.

Αναζητώντας όμως κανείς την επικαιροποιημένη λίστα ΚΑΔ (Κωδικοί Αριθμοί Δραστηριότητας) των επιχειρήσεων που πλήττονται από τον κορονοϊό (και ως εκ τούτου οι εργαζόμενοί τους θα δεχτούν την πενιχρή κρατική στήριξη), θα αντιληφθεί ότι δυστυχώς η πλειονότητα των φορέων ΚΑΛΟ αποκλείεται από τα μέτρα ενίσχυσης. Μέχρι και αυτή τη στιγμή που γράφεται το άρθρο δεν υπάρχει κάποια επίσημη ενημέρωση.

Βάσει της «Έκθεσης για την Κοινωνική και Αλληλέγγυα Οικονομία στην Ελλάδα» έως το 2018, ο εκτιμώμενος  αριθμός των εγχειρημάτων ΚΑΛΟ ανέρχεται στα 573-673. Αυτό σημαίνει ότι στο συγκεκριμένο εργασιακό πεδίο απασχολούνται πάρα πολλοί εργαζόμενοι, εκ των οποίων αρκετοί και αρκετές ανήκουν σε ευάλωτες κοινωνικές ομάδες του πληθυσμού. Επιπλέον, σύμφωνα με το Νόμο 4430/16, οι μορφές αυτές επιχειρηματικής δραστηριότητας διαφέρουν δομικά από τις συμβατικές επιχειρήσεις, γιατί το πλεόνασμα των δραστηριοτήτων τους δεν συσσωρεύεται, αλλά αντίθετα επενδύεται σε νέες θέσεις εργασίας και δραστηριότητες.

Αν θέλαμε να ορίσουμε την ΚΑΛΟ με δυο λόγια, θα λέγαμε πως είναι ένα πρωτόλειο εναλλακτικό οικοσύστημα το οποίο περιλαμβάνει τομείς οικονομικών δραστηριοτήτων στο πεδίο της παραγωγής, των υπηρεσιών και της κατανάλωσης. Πρόκειται δηλαδή για μία αυτοδιαχειριζόμενη αμεσοδημοκρατική αλυσίδα που εστιάζει στις ίδιες τις ανάγκες των ανθρώπων και όχι στο κέρδος. Υπό αυτό το πρίσμα η Κοινωνική και Αλληλέγγυα Οικονομία είναι ένας χώρος αυτονομίας. Τα εγχειρήματα που συμμετέχουν σε αυτήν, στην πλειοψηφία τους, δεν είναι κρατικοδίαιτα, δεν ζητούν από το κράτος να τα στήσει ή να τα διατηρήσει. Σε αντίθεση με το παρελθόν, όταν η εξάρτηση των συνεταιρισμών από τις κρατικές πολιτικές επέφερε τον εκφυλισμό τους, σήμερα η ΚΑΛΟ φέρνει στο προσκήνιο μία διαφορετική οπτική της οικονομίας και του τρόπου οργάνωσης των εργασιακών σχέσεων που τη διαφοροποιεί ως κοινωνική διεργασία.

Ωστόσο, λόγω των αυτοσχέδιων -και εν πολλοίς ανοργάνωτων- προληπτικών κυβερνητικών μέτρων, οι εργαζόμενοι στις επιχειρήσεις ΚΑΛΟ, όπως και οι εργαζόμενοι πολλών άλλων κλάδων, πλήττονται ιδιαίτερα σκληρά. Πιο συγκεκριμένα: παρότι οι φορείς ΚΑΛΟ είναι επιχειρήσεις, με τα χαρακτηριστικά ειδικού σκοπού και κοινωνικής προσφοράς που αναφέρθηκαν εν συντομία προηγουμένως, και παρότι οι περισσότερες έχουν κλείσει με κρατική εντολή λόγω της πανδημίας, μέχρι αυτή την ώρα το αρμόδιο υπουργείο δεν αναγνωρίζει τους συγκεκριμένους τύπους επιχειρήσεων ως πληγείσες. Το γεγονός αυτό φέρνει σε αδιέξοδο τις συνεργατικές επιχειρήσεις αλλά και τους ίδιους τους εργαζόμενους και τις εργαζόμενες σε αυτές, καταργώντας με αυτόν τον τρόπο το δικαίωμα στην εργασία με αξιοπρέπεια, που είναι στόχος όλων των εγχειρημάτων ΚΑΛΟ.

Στο σημείο αυτό αξίζει να επισημάνουμε ότι τα μέτρα ενίσχυσης για τους εργαζομένους που λαμβάνονται από την κυβέρνηση είναι πενιχρά σε σχέση με άλλα ευρωπαϊκά κράτη που έχουν πληγεί από τον ιό.

Και την ίδια στιγμή, η κυβέρνηση εκμεταλλευόμενη την πανδημία και την επιβεβλημένη καραντίνα, ανοίγει το δρόμο για να περάσει ακραία αντεργατικά μέτρα, νομιμοποιώντας από την πίσω πόρτα την εκ περιτροπής απασχόληση των εργαζομένων στον ιδιωτικό τομέα. Ακριβώς αυτή η λεπτομέρεια στην κρατική πολιτική αναδεικνύει την ταύτιση των κυβερνώντων με την εργοδοτική επιθετικότητα που στόχο έχει τις απολύσεις, τις μειώσεις μισθών και την κατάργηση των εργατικών δικαιωμάτων. Άλλωστε γι’ αυτούς μία κρίση πάντοτε αποτελεί μία ευκαιρία και μία πρόκληση.